Το αλφαβητάρι του κατεχόμενου χωριού , Λάπηθος της Κερύνειας..

Ομιλία στην εκδήλωση προς τιμή των Αναπληρωτών και Πρωτοβάθμιων Καθηγητών πανεπιστημίου με καταγωγή τη Λάπηθο.
Νικολέτα Χριστοδούλου, Ph.D.
n.christodoulou@frederick.ac.cy
Λέκτορας Μελέτης Αναλυτικών Προγραμμάτων και Διδασκαλίας
Πανεπιστήμιο Frederick
Copyright 2009 Nikoleta Christodoulou© All rights reserved
Το άρθρο αυτό αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της συγγραφέως και απαγορεύεται η αντιγραφή, δημοσίευση ή αναπαραγωγή του, από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε μέσο χωρίς την έγγραφη άδεια από τη συγγραφέα.
Η Αγωγή του Εξόριστου: Πόνος, Προσμονή και Δύναμη για Αναδημιουργία
Εισαγωγή
Η παρουσίασή μου θα ακολουθήσει μια εξελικτική πορεία, παρουσιάζοντας τη Λάπηθο και το μεγαλείο της και δίνοντας έμφαση στο έργο καθηγητών πανεπιστημίου με καταγωγή τη Λάπηθο. Πρόκειται για μια ιστορική-πολιτιστική και αφηγηματική-βιογραφική παρουσίαση με ιδιαίτερη αναφορά στον φυσικό, τοπογραφικό και πολιτιστικό πλούτο της Λαπήθου και με έμφαση στους ανθρώπους τους οποίους ανέθρεψε και προίκισε πνευματικά. Μέσα από την αναφορά αυτή θα συζητηθεί το δραματικό γεγονός της τουρκικής εισβολής, ο διωγμός και ο κατατρεγμός τον οποίο βίωσαν οι κάτοικοι της Λαπήθου το 1974, χρονική στιγμή κατά την οποία το ρολόι και η πολιτιστική δημιουργία σταμάτησαν για τη Λάπηθο και τους κατοίκους της. Ενώ με αυτό τον τρόπο σκιαγραφείται ο ανθρώπινος πόνος, ταυτόχρονα σκιαγραφείται και η δύναμη και η δημιουργία που ακολουθεί τις τραγικές αποφασιστικές στιγμές της ζωής του ανθρώπου. Βάση μου θα αποτελέσει μια προσωπική ιστορία την οποία θα ερμηνεύσω διαβάζοντας παράλληλα την ιστορία του Leo Tolstoy (2000) «Για ποιο λόγο». Μου δίνεται η ευκαιρία, λοιπόν, να συζητήσω την αναγέννηση και την αναδημιουργία ενός ανθρώπου ο οποίος υπέστη κακοτυχίες. Τα λόγια του Edward Said (1978, 2002) και οι πράξεις των πανεπιστημιακών, τους οποίους βρισκόμαστε εδώ σήμερα για να τιμήσουμε, αποτελούν τρανά παραδείγματα.
Γνωριμία με τη Λάπηθο Μέσα Από Ένα Αλφαβητάρι
Το αλφαβητάρι της Λαπήθου περιλαμβάνει λέξεις οι οποίες, ξεκινώντας από το Α έως το Ω, παρουσιάζουν και περιγράφουν αξιοσημείωτα στοιχεία της Λαπήθου. Το αλφαβητάρι είναι εμπνευσμένο από το έργο «Ο Μικρός Ναυτίλος» του Οδυσσέα Ελύτη (2000).
Το Αλφαβητάρι της Λαπήθου
-Α-
Άγιος Ευλάλιος, Επίσκοπος Λαπήθου/Λαμπούσης.
Αναμορφωτική Σχολή της Λαπήθου από το 1943, που μετονομάστηκε σε Σχολή Λαμπούσης, για νεαρούς αδικοπραγούντες. Κοντά στην παραλία, δυτικά της Αχειροποιήτου.
Ασπρόβρυση, ή αλλιώς Βρύση του Κανάρη του Μπουρλοτιέρη, το σημείο αποβίβασής του το 1821 στα παράλια της Λαπήθου. Στο σημείο εκείνο υπήρχε κονδύλι να κτιστεί το μνημείο του Κανάρη με σχέδιο των Οδυσσέα Τσαγγαρίδη και Ανδρέα Αγγελή, έργο το οποίο όμως ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της τουρκικής εισβολής. Η παραλιακή λεωφόρος της Λαπήθου ονομάστηκε Λεωφόρος Κανάρη.
Αχαιοί άποικοι: ίδρυσαν την αρχαία πόλη και το βασίλειο της Λαπήθου, ανάμεσα στο Ακρωτήρι Κρόμμυον και στις Κλείδες, μετά τον μαζικό αποικισμό της Κύπρου από τους Έλληνες τον 12ο-13ο αιώνα π.Χ., μετά τον Τρωικό πόλεμο.
-Β-
Βαβυλάς, περιοχή μέχρι την οποία είχαν ανευρεθεί τάφοι και αρχαία κτίσματα της αρχαίας πόλης Λάμπουσας.
Βασίλειο, η Λάπηθος υπήρξε ένα από τα εννιά της Κύπρου. Είχε το δικό του νόμισμα.
-Γ-
Γυμνάσιο της Λαπήθου, ελληνικό εξατάξιο που ιδρύθηκε το 1910. Το 1973 είχε 508 μαθητές.
-Δ-
Δάσος Λαπήθου-Καραβά, στην οροσειρά του Πενταδακτύλου, επαρχία Κερύνειας, νότια των χωριών Λάπηθος και Καραβάς.
Δημαρχείο της Λαπήθου από το 1878.
Δημοτικά σχολεία (3): ένα κοντά στο Δημαρχείο, ένα στην ενορία του Αγίου Θεοδώρου κι ένα στον ψηλό βράχο της Αγίας Αναστασίας (αργότερα μετατράπηκε σε νηπιαγωγείο).
Δημοτική αγορά.
Δημοτική βιβλιοθήκη.
Δημοτικός κήπος.
Δίδυμος, Επίσκοπος Λαπήθου/Λαμπούσης που ήκμασε κατά την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος το 451.
-Ε-
Εκκλησίες, μία ομώνυμη σε κάθε ενορία: Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (19ος αι.), Αγίου Θεοδώρου (1834), Αποστόλου Λουκά (19ος αι.), Αγίου Μηνά (1843), Αγίας Αναστασίας και Αγίας Παρασκευής (οι δύο τελευταίες είναι οι πιο πρόσφατες και οι μεγαλύτερες).
Ενορίες (6), σαν ξεχωριστά χωριά: Αγίου Θεοδώρου, Αποστόλου Λουκά, Αγίας Παρασκευής, Αγίας Αναστασίας, Τιμίου Προδρόμου και Αγίου Μηνά (με σειρά από άποψη πληθυσμού).
Εποχή του Χαλκού (2500-1900 π.Χ.): σύμφωνα με αρχαιολογικές ανασκαφές και τους προϊστορικούς οικισμούς που βρέθηκαν, στην περιοχή της Λαπήθου, κοντά στην ακτή, κατοικούσαν άνθρωποι από τα αρχαιότατα χρόνια.
-Ζ-
-Η-
-Θ-
Θέατρο: η πόλη διέθετε θέατρο, καθώς επίσης και γυμνάσιο, από τα Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια.
Θεωροδόκος πόλη, η Λάπηθος. Ήταν μεταξύ εννέα κυπριακών πόλεων που βρίσκονταν τότε σε ακμή και ήταν θεωροδόκοι, σύμφωνα με επιγραφή που βρέθηκε στους Δελφούς και χρονολογείται στον 3ο/2ο π.Χ. αιώνα (Ελληνιστικά χρόνια). Αυτές οι πόλεις συνεισέφεραν σημαντικά στο φημισμένο μαντείο των Δελφών, αφού υποδέχονταν τους θεωρούς, τους απεσταλμένους των Δελφών που έφταναν για να μαζέψουν τις εισφορές και τα τάματα στον Απόλλωνα.
-Ι-
Ιμερόεσσα Λάπηθος, χαρακτηρίστηκε από τον αρχαίο ποιητή του 1ου π.Χ., Αλέξανδρο Εφέσιο και σημαίνει θελκτική, επιθυμητή, που διεγείρει τον πόθο.
-Κ-
Καρατζιάς: Σύντροφος του Ρήγα Φεραίου, πρόδρομου της Ελληνικής Επανάστασης το 1821, μαζί με τον οποίο υπέστη μαρτυρικό θάνατο. Είχε καταγωγή τη Λάπηθο.
Κεφαλόβρυσο της Λαπήθου, το φημισμένο, το οποίο πηγάζει από το Κυπαρισσόβουνο και υδροδοτούσε τη Λάπηθο με πόσιμο νερό.
Κυπαρισσόβουνος, το γνωστό κακοτράχαλο βουνό, η πιο ψηλή κορφή του Πενταδάκτυλου όπου βρίσκεται το δάσος των κυπαρισσιών, μέχρι τις ρίζες του οποίου εκτείνεται η Λάπηθος, ξεκινώντας από τις ακτές.
Κωμοπόλεις της Λαπήθου και του Καραβά: οι μεγάλες γειτονικές κωμοπόλεις είχαν ιδρυθεί και αναπτυχθεί σταδιακά από τους κατοίκους της αρχαίας πόλης που από τις αρχές των Αραβικών επιδρομών (7ος-10ος μ.Χ. αιώνας)—κατά τις οποίες η ευημερία και η ανάπτυξη της πόλης διακόπηκε—εύρισκαν καταφύγιο στις πλαγιές των βουνών.
-Λ-
Λακώνων κτίσμα, η Λάμπουσα, κατά τα Βυζαντινά χρόνια.
Λάμπουσα, αλλιώς απαστράπτουσα, αστραφτερή. Σύμφωνα με την επικρατούσα ερμηνεία και κατά την παράδοση την οποία αναφέρει ο Φλώριος Βουστρώνιος, ονομάστηκε έτσι λόγω του ότι έλαμπε από τον πλούτο που έφερναν από παντού τα κυπριώτικα καράβια, αλλά και από ομορφιά. Πανάρχαια πολιτεία της Λαπήθου στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, μια πολυάνθρωπη πόλη. Δέχτηκε τον χριστιανισμό από τα πρώτα Αποστολικά χρόνια και έγινε έδρα Επισκόπου. Την μεγαλύτερη ακμή της την έζησε από τον 2ο μέχρι 7ο αιώνα μ.Χ. και τερματίστηκε με τις Αραβικές επιδρομές (7οσ-10ος μ.Χ. αιώνας) το 694 μ.Χ.
Λάπηθος ποταμός: μικρός ποταμός που περνά από το χωριό Λάπηθος γνωστός με την ονομασία αυτή από τα αρχαία χρόνια. Σήμερα αναφέρεται ως Καμάρα. Πηγάζει από το δάσος Λάπηθος-Καραβάς στην οροσειρά του Πενταδακτύλου, παραπόταμός του είναι το κεφαλόβρυσο της Λαπήθου και χύνεται στη θαλάσσια περιοχή δυτικά της εκκλησίας της Αχειροποιήτου.
Λάπηθος: Μυθικό πρόσωπο, ήρωας από το όνομα του οποίου αναφέρεται ότι είχε πάρει την ονομασία της η Λάπηθος.
Λάπηθος: Σημαντική αρχαία πόλη της Κύπρου. Η μεγαλύτερη, ομορφότερη και πιο ιστορική κωμόπολη της Κερύνειας. Μέχρι το 1973 είχε 3.196 μόνιμους Έλληνες κατοίκους που διέμεναν στις έξι ενορίες και μέχρι την Τουρκανταρσία του 1963 είχε 370 Τουρκοκύπριους μόνιμους κατοίκους που κατοικούσαν στη δική τους ενορία. Μια από τις πιο γνωστές πλούσιες πόλεις του νησιού τόσο στην αρχαιότητα όσο και κατά τα Βυζαντινά χρόνια και την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Άλλες καταγραμμένες ονομασίες (την ονομασία Λάπηθος υποστήριξαν οι Νόννος, Διόδωρος Σικελιώτης, Πολύβιος, Κλαύδιος Πτολεμαίος, Ιεροκλής, Γεώργιος ο Κύπριος, Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος) είναι Λάπαθος (Στράβων, έργο Σταδιασμός), Λάπιθος (Πράξεις Βαρνάβα, Βίος Αυξιβίου, Ιεροκλής, Γεώργιος ο Κύπριος, Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος) και Λήπηθις (Σκύλαξ).
Λάπιθος, βουνό της Αρκαδίας, από όπου λέγεται ότι η Λάπηθος πήρε το όνομά της.
Λεμονόδεντρα.
-Μ-
Μονή της Αχειροποιήτου και ο Μοναστηριακός ναός της Αχειροποιήτου. Είχε χτιστεί αρκετές φορές ώστε να ξεχωρίζουν τα κτίσματα παλαιοχριστιανικής, βυζαντινής και φράγκικης αρχιτεκτονικής. Ένα από τα παλαιότερα βυζαντινά κτίσματα της Κύπρου κι ένας από τους τρεις ναούς που βρίσκονται στην περιοχή της Λάμπουσας κοντά στη θάλασσα, που μαρτυρούν την αφοσίωσή της στη θεία διδασκαλία του Χριστού. Θρησκευτικό και εθνικό κέντρο της περιοχής και τόπος όπου μάθαιναν γράμματα από τους καλόγηρους τα Ελληνόπουλα στα χρόνια της κατοχής. Εκεί είχε λειτουργήσει και το πρώτο δημοτικό σχολείο της περιοχής. Γιορτάζει στις 15 και 16 Αυγούστου.
-Ν-
Ναός του Αγίου Ευλαλίου, βυζαντινός ναΐσκος, δίπλα από την ξακουστή Μονή της Αχειροποιήτου στο Ανατολικό τμήμα της Λαπήθου, στα ερείπια της αρχαίας πόλης Λάμπουσας. Είναι αφιερωμένος στον Άγιο Ευλάλιο κι εκεί φυλαγόταν το αχειροποίητο Άγιο Μαντήλι που αυτός μετέφερε.
Ναός του Αγίου Ευλαμπίου, ένας υπόγειος ναΐσκος σκαμμένος και σκαλισμένος μέσα στον βράχο. Είναι ένας προχριστιανικός θολοειδής τάφος, ο οποίος στα δύσκολα χρόνια των διωγμών των Χριστιανών έγινε κατακόμβη και πρώτος χώρος λατρείας των πιστών. Η κατακόμβη πήρε το όνομά της το 296 μ.Χ. όταν ο Μαξιμιανός θανάτωσε τον Άγιο Ευλάμπιο. Ήταν η έδρα της Επισκοπής Λαμπούσης μέχρι το 1222 μ.Χ. που καταργήθηκε κατά τη Φραγκική κατοχή της Κύπρου.
Ναυπηγεία: η Λάπηθος διέθετε ναυπηγεία από τα αρχαία χρόνια.
Νηπιαγωγείο της Λαπήθου στον ψηλό βράχο της Αγίας Αναστασίας, όπου παλιά λειτουργούσε ως Δημοτικό σχολείο.
-Ξ-
Ξωκλήσια και μικρές εκκλησίες: υπάρχουν αρκετά στη Λάπηθο είτε μέσα στα νεκροταφεία είτε άσχετα με αυτά, με τα σπουδαιότερα του Αγίου Ανδρονίκου, της Αγίας Μαρίνας, της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Γεωργίου του Εξορινού, της Παναγίας της Αϊρκώτισσας, της Παναγίας της Κρινιώτισσας, του Αγίου Μάμα, του Σωτήρος, του Αγίου Κουρνούτα, του Αγίου Φανουρίου, του Αγίου Αντωνίου και πολλά προσκυνητάρια.
-Ο-
Oliver Masson: διατύπωσε την άποψη ότι το Λάπηθος, αντί το Λάπαθος, είναι ο ορθός τύπος στην κυπριακή διαλεκτική γλώσσα, βασιζόμενος και σε επιγραφή των Δελφών.
Οικισμοί προϊστορικοί: ανασκαφές έφεραν στην επιφάνεια πανάρχαιους οικισμούς στη Λάπηθο τουλάχιστον από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (2500-1900 π.Χ.), με άλλους να τοποθετούν χρονολογικά τον αρχαίο χώρο της Λαπήθου ακόμα πιο πίσω, στη Χαλκολιθική εποχή (3900-2500 π.Χ.).
-Π-
Περίοδος της ακμής της Αρχαίας Λαπήθου: είχε πληθυσμό μεγαλύτερο αυτού που έχουν σημερινές μεγάλες πόλεις της Κύπρου.
Περιφερειακό Νοσοκομείο από το 1963.
Περιφερειακός Αστυνομικός Σταθμός Λαπήθου.
Πηγές νερού: Δράκοντα, Κοσσιηνά, Ευαγγέλη, Άδρικου, Μανούρη, Κοσμά, Προεστού, Ποτού, Άη Γιώργη του Σπηλιώτη, κλπ.
Ποταμοί/Χείμαρροι: Λειβαδιώτης, Γαλακτερούσας (Βαθυρκάκας), Ρωμανός, Καμάρας, Αροδαφνουδκιών, Αλωνιών (χαμουζάφεντης), Καμπούρης, Κατσούρης, Γλυτζιύν αρκάτζι.
Πραξάνδρου Λακεδαιμόνιου κτίσμα, Λάμπουσα.
Πρωτεύουσα της Λαπηθίας, μιας από τις τέσσερις μεγάλες επαρχίες στις οποίες χωρίστηκε η Κύπρος από τη Ρωμαϊκή εποχή και μετά.
Πτολεμαίος και Αντιγόνος: διάδοχοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το βασίλειο της Λαπήθου ήταν ενεργά αναμεμειγμένο στις διενέξεις τους για την κατοχή της Κύπρου.
-Ρ-
Ρωμαϊκή περίοδος: περίοδος της κυριαρχίας των Ρωμαίων. Από επιγραφές της Ρωμαϊκής περιόδου αποδεικνύεται ότι στην πόλη της Λαπήθου λειτουργούσαν κατά τα Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια οι δημοκρατικοί θεσμοί της Βουλής και του Δήμου.
-Σ-
Συμπαράσταση και στήριξη σε αγωνιστές: φιλοξενία πυρπολητή Κωνσταντίνου Κανάρη κατά το 1821 οπότε και ακολούθησαν σφαγές έντεκα Λαπηθιωτών από τους Τούρκους, και σε στρατιώτες κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο με σημαντική την συνεισφορά της Ευφροσύνης Προεστού και της Μελπομένης Αδάμου Γερασίμου.
Συνεισφορά σε διάφορους πολέμους: το Βασίλειο της Λαπήθου στάθηκε στο πλευρό του Μεγάλου Αλεξάνδρου κηρύσσοντας τον πόλεμο ενάντια στους Πέρσες. Λόγω του πλούτου της συνέβαλε στη συγκέντρωση πλοίων και στρατευμάτων. Πολλοί Λαπηθιώτες υπηρέτησαν στον αγώνα κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον Αγγλικό και τον Ελληνικό στρατό, στον Απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ του 1955-59, κατά την περίοδο της Τουρκικής ανταρσίας εναντίον του κράτους και της Ελληνοκυπριακής κοινότητας του 1963-67 και στην τουρκική εισβολή 1974.
Συνεργατική Ένωση Λεμονοπαραγωγών Επαρχίας Κερύνειας (ΣΕΛΕΚ), Γραφεία, από το 1962.
Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία από το 1928.
Συνεργατικό παντοπωλείο με 5 υποκαταστήματα.
-Τ-
Ταχυδρομικό Γραφείο Λαπήθου-Καραβά από το 1950.
Τηλεφωνικό κέντρο-Τηλεγραφείο από το 1948.
Τουρκομαχαλάς: Τουρκική συνοικία στη Λάπηθο με δύο τζαμιά τα οποία πριν από την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους το 1571 ήταν εκκλησίες.
-Υ-
-Φ-
Φραγκοκρατία, κατά την περίοδο αυτής, η Λάμπουσα ήταν φημισμένη για την παραγωγή ζαχαροκάλαμου, μεταξιού και φρούτων.
-Χ-
Χωρητική αρχή, υπήρχε σε κάθε ενορία από τις έξι της Λαπήθου, καθώς επίσης και κοινοτάρχης και καταστήματα, μεταξύ άλλων.
-Ψ-
-Ω-
Η Προσφυγιά, ο Διωγμός, η Εξορία
Η Τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 ήταν ένα γεγονός το οποίο έφερε τα πάνω κάτω και άλλαξε και στιγμάτισε τις ζωές πολλών ανθρώπων για πάντα. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν άλλαξε μόνο τη ζωή των παππούδων και γιαγιάδων μας και των γονιών μας, δηλαδή αυτών που έζησαν κατά την εισβολή, αλλά και τη ζωή της γενιάς μου, μετά την εισβολή, καθώς επίσης και των νεοτέρων. Άλλαξε τις ζωές μας με πολλούς και απροσδόκητους τρόπους, τρόπους τους οποίους είναι πολύ δύσκολο κανείς να ερμηνεύσει και να καταλάβει. Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τη φύση της αλλαγής που συνέβηκε στη ζωή μας αφού δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς ακριβώς θα ήταν τα πράγματα εάν δεν συνέβαινε αυτό το τραγικό γεγονός. Πάντως, το σίγουρο είναι ότι η τουρκική εισβολή αποτέλεσε την αρχή ενός ταξιδιού για τον καθένα από εμάς. Στην αρχή ήταν ένα ταξίδι γεμάτο πόνο, μαράζι, πίκρα και απογοήτευση. Μετά μετατράπηκε σε ελπίδα και αγώνα για επιβίωση και ακολούθως σε ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτειες και εμπειρίες. Τέλος, μετατράπηκε σε ένα νέο ταξίδι, το είδος του οποίου έκανε κάποιον και κάποιαν να αναζητά και να προσπαθεί να καταλάβει το νόημα της ζωής, το νόημα των εμπειριών και την αποστολή του να επωφεληθεί όσο περισσότερο γίνεται από αυτή τη διαρκή αναζήτηση και διερώτηση: «Γιατί; Για ποιο λόγο;»
Η μητέρα μου μιλά συχνά για την εμπειρία της εκείνο το πρωί της 20ης Ιουλίου 1974[1] (δες Christodoulou, 2007, 2009):
Εκείνο το πρωινό είχα ξυπνήσει πολύ νωρίς. Ήταν ακόμα αυγή. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ άλλο επειδή ήταν πραγματικά ζέστη. Το παράθυρο στην κρεβατοκάμαρά μου ήταν ορθάνοικτο μα δεν βοηθούσε καθόλου. Ακόμα και αυτά τα φύλλα των δέντρων δεν κινούνταν από την άπνοια. Ο πατέρας σου ήταν καθήκον από την προηγούμενη νύχτα, και ο αδελφός σου, που ήταν τριών χρονών, κοιμόταν στην κρεβατοκάμαρά μου δίπλα στο παράθυρο από το οποίο έβλεπε κανείς την καλύτερη θέα αφού μπορούσε να δει την ατελείωτη θάλασσα. Έκανα ένα ντους για να αισθανθώ καλύτερα. Λίγα λεπτά αργότερα κοίταξα επίμονα από το παράθυρο, έως ότου είδα κάτι πραγματικά παράξενο στον ουρανό. Μπόρεσα να διακρίνω κάτι σαν μαύρη βούλα, κάτι σαν μαύρο καπνό που ερχόταν προς τη μεριά μας. Κατόπιν, εξετάζοντας την ίδια κατεύθυνση παρατήρησα ότι υπήρχε επίσης ένα μαύρο σημείο στη θάλασσα. Αναρωτήθηκα τι ήταν, μα χωρίς να δώσω περαιτέρω σημασία έκλεισα το παράθυρο. Λεπτά αργότερα άκουσα έναν σταθερό, εκκωφαντικό θόρυβο. Άρχισαν να μας βομβαρδίζουν. Είδα πλέον εκατοντάδες στρατιωτικά αεροπλάνα και πλοία που αποβίβαζαν χιλιάδες στρατιώτες. Πέτρωσα. Ήμουν τρομαγμένη. Δεν ήξερα τι να κάνω και τι να σκεφτώ. Δεν ήξερα τι θα ακολουθούσε. Άρπαξα το μωρό από το κρεβάτι… Αρχίσαμε να τρέχουμε. Τρέχαμε από κτίριο σε κτίριο προσπαθώντας να μην βρεθούμε σε ανοικτό χώρο. Τρέχαμε…και μαζί με εμάς εκατοντάδες άλλοι άνθρωποι. Φτάσαμε σε έναν ποταμό και μείναμε εκεί. Γύρω μας ακούγονταν κραυγές, φωνές, σύγχυση, απογοήτευση, πανικός και σφαίρες που περνούσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Για μια στιγμή σκέφτηκα τρομαγμένη τον πατέρα σου που δεν είχα λάβει νέα του. Σκέφτηκα τους γονείς μου, τα αδέρφια μου. Σκέφτηκα το σπίτι μου και ότι δεν είχα κλειδώσει την πόρτα. Σκέφτηκα τα πλυμένα ρούχα που κρέμονταν στο σκοινί… Αισθάνθηκα τεράστια ανακούφιση όταν άκουσα τη φωνή του πατέρα σου. Φύγαμε. Δεν σταματήσαμε καν από το σπίτι μας για να πάρουμε τα πράγματά μας. Δεν πήραμε κανένα ένδυμα, κανένα παπούτσι, καμία εικόνα. Σκεφτήκαμε ότι αυτό θα τελείωνε αρκετά σύντομα και έπειτα θα ήμαστε σε θέση να επιστρέψουμε. Κάναμε λάθος. Τριάντα τόσα χρόνια και ακόμα περιμένουμε…
«Γιατί; Για ποιο λόγο;» διερωτόταν η μητέρα μου εκείνο το πρωινό της 20ης Ιουλίου του 1974. «Γιατί; Για ποιο λόγο» διερωτόταν η ηρωίδα του Leo Tolstoy (2000) στη σύντομη ιστορία με τίτλο «Για ποιο λόγο;» (“What For?”).
«Όπως συμβαίνει στις αποφασιστικές στιγμές της ζωής, σε μια στιγμή βίωσε ένα πλήθος συναισθημάτων και σκέψεων, αλλά συγχρόνως δεν είχε ακόμα καταλάβει, δεν είχε πιστέψει την ίδια της την κακοτυχία» (Tolstoy, 2000, σ. 30).
Γιατί; Για Ποιο Λόγο; Μια Παράλληλη Ιστορία
Στην ιστορία του ο Tolstoy, παρουσιάζει μια Πολωνική οικογένεια που υποφέρει από τις συνέπειες της εξέγερσης την περίοδο 1830-1831. Μέσα από τα βάσανα που βιώνει, ο Tolstoy εκφράζει την οργή του σε μια ρωσική μοναρχία της οποίας η καταστρεπτική πολιτική κατά τον δέκατο-ένατο αιώνα έσπειρε τους σπόρους της επανάστασης τον εικοστό[2].
Την άνοιξη του 1830 ο νεαρός Jósef Migurski πήγε στο προγονικό κτήμα του μεσήλικα Pan Jaczewski, φίλου του αποβιώσαντα πατέρα του, του οποίου ήταν και ο μοναδικός γιός. Ο Jaczewski, ο οποίος από την εποχή της δεύτερης διαίρεσης της Πολωνίας ήταν ένας πατριώτης που είχε υπηρετήσει στο στρατό, πίστευε στην αποκατάσταση της δημοκρατίας (Rzeczpospolita) όπως πίστευε την νύκτα ότι ο ήλιος θα ανατείλει ξανά το πρωί. Ο Jaczewski είχε εγκατασταθεί στην Πολωνία το 1825 και από τότε ζούσε απρόσκοπτα στο κτήμα, κυνηγώντας και διαβάζοντας εφημερίδες και γράμματα διαμέσου των οποίων παρακολουθούσε ανυπόμονα τα πολιτικά γεγονότα που συνέβαιναν στη γη των πατέρων του. Ο Jaczewski είχε δύο κόρες από την πρώτη του γυναίκα: τη μεγαλύτερη Wanda με τη μεγαλοπρεπή ομορφιά και τη μικρότερη Albina, η αγαπημένη του πατέρα της, ένα ζωηρό, κοκαλιάρικο κορίτσι με σγουρά ξανθά μαλλιά και μεγάλα, μπλε μάτια που σπινθήριζαν. Η Albina ήταν δεκαπέντε ετών όταν ο Jósef Migurski πήγε στο κτήμα. Η επίσκεψή του χαροποίησε όλους, τον καθένα για τους δικούς του λόγους: γιατί έμοιαζε στον πατέρα του, για τον ζήλο, το σθένος και τις πιο ροδοειδείς ελπίδες του για το επαναστατικό ένζυμο στην Πολωνία μα και αλλού, για τον αυτοέλεγχο που προκαλούσε στον πατέρα και γενικότερα για τη χαρά που διήγειρε. Όλοι στο κτήμα ήταν πεπεισμένοι ότι ο Migurski είχε έρθει με την πρόθεση να κάνει πρόταση γάμου στην Wanda. Και αυτή ήταν η αλήθεια. Μα μια εβδομάδα αργότερα αναχώρησε χωρίς να κάνει οποιαδήποτε πρόταση. Η Albina γνώριζε ότι αυτή ήταν η αιτία για την περίεργη αποχώρηση του Migurski. Είχε προσέξει ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της διαμονής του στο κτήμα ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένος και χαρούμενος μόνο μαζί της. Πάνω από όλα λάτρευε τον τρόπο με τον οποίο η Albina χαιρόταν τη ζωή, που ήταν λες και είχε μόλις μάθει πλήρως ολόκληρη τη γοητεία της και βιαζόταν να την απολαύσει.
Καιρό μετά που έφυγε ο Migurski τους είχε στείλει δύο γράμματα ενημερώνοντάς τους ότι είχε καταταγεί στο στρατό και ότι ο Πολωνικός στρατός είχε κερδίσει στο Stoczek. Η Albina άκουσε τα νέα εκστασιασμένη. Είχε βάλει στο νου ότι θα έβαζε αντρική αμφίεση για να καταταγεί στο στρατό ευελπιστώντας ότι θα είναι κοντά στον Migurski που τόσο την είχε ανάγκη. Μόνο όσοι είχαν βιώσει αυτό που έζησαν οι Πολωνοί μετά τη διαίρεση της Πολωνίας και την υποταγή του ενός μέρους στη Γερμανία και του άλλου στη Μόσχα μπορούν να αντιληφθούν τον εκστασιασμό των Πολωνών το 1830-1831 όπου μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες για απελευθέρωση μια νέα ελπίδα άρχισε να διαφαίνεται δυνατή. Αλλά αυτή η ελπίδα δεν κράτησε πολύ. Τελικά η Βαρσοβία καταλήφθηκε και πολλοί άνθρωποι πυροβολήθηκαν και άλλοι εξορίστηκαν, ανάμεσα σε αυτούς και ο Migurski.
Σε ένα γράμμα του ο Migurski ενημέρωνε την οικογένεια Jaczewski ότι παρά τα όσα υπέφερε και ακόμα τον αναμένουν δεν μετανιώνει· ότι με την πρώτη ευκαιρία θα το ξανάκανε και θα μπορούσε να θυσιαστεί για την πατρίδα του. Στη συνέχεια του γράμματος, το οποίο η Wanda διάβαζε μεγαλόφωνα, ο Migurski ανέφερε ότι «όποια και αν ήταν τα σχέδια και τα όνειρά του» κατά την τελευταία του επίσκεψη, η οποία θα παρέμενε για πάντα το πιο λαμπερό σημείο σε ολόκληρη τη ζωή του, δεν μπορούσε να τα αποκαλύψει τώρα, μα ούτε και ήθελε. Η Wanda και η Albina κατάλαβαν τα λόγια του Migurski η καθεμιά με τον δικό της τρόπο. Από το 1831 και έπειτα η υγεία του πατέρα Jaczewski άρχισε να χειροτερεύει και τελικά πέθανε το 1833 στα χέρια της Albina, μακριά από το σπίτι τους αφού είχαν φύγει για να φροντίσουν κάπου καλύτερα την υγεία του πατέρα. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στη ζωή της Albina ήταν ο Migurski. Αφότου επέστρεψαν με τη μητριά της στην πόλη, εκεί της ανακοίνωσε ότι σκόπευε να πάει στον Migurski στο Uralsk για να τον παντρευτεί.
Στο τέλος του 1833 η Albina αποχαιρέτησε όλους στο κτήμα με κλάματα λες και πήγαινε στο θάνατο και ξεκίνησε για το μακρινό και άγνωστο ταξίδι. Η ζωή του Migurski στο Uralsk δεν ήταν μόνο μονότονη, θλιβερή και ανιαρή, αλλά και πολύ φορτική. Η κυριότερη δυσκολία στη ζωή του ήταν να συνηθίσει την φτώχεια. Η μοναδική και η μεγαλύτερη χαρά της ζωής του μετά την εξορία ήταν η αλληλογραφία του με την Albina, από την οποία μια γλυκιά και ποιητική ιδέα παρέμεινε στην ψυχή του από τον καιρό της επίσκεψής του στο κτήμα και τώρα κατά τη διάρκεια της εξορίας του αναπτύχθηκε περισσότερο και πιο όμορφα. Όταν σε ένα από τα γράμματα η Albina ρώτησε τον Migurski για το νόημα της φράσης του «όποιες και αν ήταν οι επιθυμίες και τα όνειρά μου» αυτός της είπε ότι επιθυμία του ήταν να την κάνει γυναίκα του. Όταν η Albina του είπε ότι τον αγαπά αυτός της είπε ότι θα ήταν καλύτερα αν δεν το έλεγε αφού τώρα ήταν φρικτό να σκέφτεται το πώς θα μπορούσε να ήταν κάτι που τώρα ήταν αδύνατον.
Η άφιξη της Albina ήταν απροσδόκητη και ήταν κάτι που ο Migurski δεν θα μπορούσε να σκεφτεί ποτέ, μα φυσικά στο βάθος της ψυχής του την περίμενε. Η Albina και ο Migurski παντρεύτηκαν με τη βοήθεια της γυναίκας του συνταγματάρχη και άλλων. Ήταν παράξενο, μα χωρίς στην ουσία να γνωρίζει ο ένας τον άλλο ζούσαν ο ένας για τον άλλο. Ήταν ευτυχισμένοι όσο περισσότερο γινόταν σε έναν αφιλόξενο και κρύο τόπο, ανάμεσα σε άγνωστους, αφού είχαν ο ένας τη ζεστασιά του άλλου. Από τον γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά. Η οικογένεια Migurski ήταν δυστυχισμένη λόγω της εξορίας τους από την πατρογονική τους γη και κυρίως λόγω των δυσκολιών της ασυνήθιστα ταπεινής τους θέσης. Η Albina ειδικότερα υπέφερε από αυτή την γελιοποίηση. Αυτός, ο άντρας της, το ιδανικό κάθε άντρα, έπρεπε να στέκεται προσοχή μπροστά από κάθε ταγματάρχη, να κάνει αγγαρείες, να φρουρεί και να εκτελεί εντολές χωρίς διαμαρτυρίες. Γενικώς, όμως, η οικογένεια Migurski ήταν πιο ευτυχισμένη παρά δυστυχισμένη. Και έτσι έζησαν για πέντε χρόνια μέχρι που ξαφνικά μια απρόσμενη και φοβερή δυστυχία τους συνέβηκε. Τα παιδιά των Migurski αρρώστησαν και λόγω της ανύπαρκτης ιατρικής φροντίδας πέθαναν, πρώτα το αγόρι και δύο μέρες αργότερα, το κορίτσι. Την Albina την βασάνιζε ιδιαίτερα η ιδέα ότι τα παιδιά της θα μπορούσαν να είχαν επιβιώσει εάν ζούσαν σε μια πόλη όπου υπήρχε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. «Γιατί; Για ποιο λόγο;» σκέφτηκε. «Ο Józio κι εγώ δεν θέλουμε τίποτα από κανένα, παρά μόνο για εκείνον να ζει σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίο είχε γεννηθεί για να ζήσει και όπως έζησαν οι πρόγονοί του και για μένα μόνο να ζήσω μαζί του, να τον αγαπώ, να αγαπώ τα παιδιά μου και να τα μεγαλώσω. Και ξαφνικά τον βασανίζουν, τον εξορίζουν και στερούν από εμένα το πιο αγαπημένο μου στον κόσμο. Γιατί; Για ποιο λόγο;» Έθεσε αυτό το ερώτημα στον κόσμο και στον Θεό και δεν μπορούσε να συλλάβει τη δυνατότητα μιας απάντησης. Αλλά χωρίς μια απάντηση δεν υπήρχε ζωή. Η ζωή της είχε σταματήσει. Μια φτωχή ζωή στην εξορία· αυτή η ίδια η ζωή την οποία μπορούσε προηγουμένως να θαυμάσει με το γυναικείο γούστο και κομψότητα, τώρα έγινε αβάστακτη όχι μόνο για αυτήν αλλά και για τον Migurski, που υπέφερε για αυτήν και δεν ήξερε πώς μπορούσε να τη βοηθήσει.
Στο μεταξύ, στο Uralsk είχε καταφθάσει ένας Πολωνός με το όνομα Rosolowski ο οποίος είχε αναμειχθεί σε μεγαλοπρεπές σχέδιο εξέγερσης και διαφυγής, το οποίο οργανωνόταν στην Σιβηρία από έναν άλλο εξόριστο. Ο Rosolowski, όπως και ο Migurski, όπως και άλλες χιλιάδες άνθρωποι, είχαν τιμωρηθεί με εξορία γιατί ήθελαν να είναι αυτό που είχαν γεννηθεί να είναι, Πολωνοί. «Μα είναι αυτό δυνατόν;» ρώτησε ο Migurski. «Αρκετά δυνατό. Όλα είναι έτοιμα», είπε ο Rosolowski. Ο Migurski θα έκανε ότι ήταν δυνατόν για να πείσει τις αρχές ότι έχει πνιγεί. Ακολούθως η Albina θα ζητούσε άδεια για να φύγει από την περιοχή και προσποιούμενη ότι μεταφέρει μαζί της τα λείψανα των παιδιών της σε ένα κουτί, θα μετέφερε, αντί αυτού, τον άντρα της. Και το σχέδιο μπήκε αμέσως σε εφαρμογή. Ο στρατιώτης Danilo που μετέφερε την γυναίκα και το σεντούκι συνειδητοποίησε ότι σε αυτό υπήρχε ένας ζωντανός άνθρωπος. Το επόμενο πρωί πήγε στην αστυνομία και δήλωσε ότι η Πολωνή γυναίκα που του εμπιστεύτηκαν δεν ταξίδευε αθώα, αλλά αντί λείψανα μετέφερε έναν ζωντανό άντρα. Σε μια από τις στάσεις τους η αστυνομία και πλήθος κόσμου τους ανέμεναν. Η Albina ήταν τόσο γεμάτη ελπίδα και ενέργεια που δεν συνειδητοποίησε ότι το πλήθος και η αστυνομία είχαν σχέση με αυτούς. Μα μόλις εμφανίστηκε μπροστά της ο Migurski τον οποίο είχαν βγάλει από το σεντούκι τότε άρχισε να συνειδητοποιεί. Όπως συμβαίνει στις αποφασιστικές στιγμές της ζωής, σε μια στιγμή βίωσε ένα πλήθος συναισθημάτων και σκέψεων, αλλά συγχρόνως δεν είχε ακόμα καταλάβει, δεν είχε πιστέψει την ίδια της την κακοτυχία. Το πρώτο συναίσθημα που ένιωσε ήταν οικείο εδώ και πολύ καιρό: ένα αίσθημα προσβεβλημένης υπερηφάνειας στο αντίκρισμα του ήρωα-συζύγου της, γελοιοποιημένου μπροστά σε αυτούς τους βάναυσους, σκληρούς ανθρώπους που τώρα τον κρατούσαν υπό την εξουσία τους. «Πώς τολμούν να τον κρατούν, τον καλύτερο από όλους τους ανθρώπους, υπό την εξουσία τους;» Ταυτόχρονα την κατέλαβε ένα άλλο αίσθημα: η συνειδητοποίηση της κακοτυχίας που της είχε συμβεί. Αυτή η συνειδητοποίηση έφερε στη μνήμη της την μεγαλύτερη καταστροφή της ζωής της: του θανάτου των παιδιών της. Και μονομιάς ήγειρε το ερώτημα «Γιατί; Για ποιο λόγο;» ‘Για ποιο λόγο ‘έφυγαν’ τα παιδιά της;’ Και αυτό έφερε το ερώτημα ‘Για ποιο λόγο ο αγαπημένος της σύζυγος, ο καλύτερος των αντρών, πέθαινε, βασανιζόταν;’ Και τώρα θυμήθηκε τι επαίσχυντη τιμωρία τον ανέμενε, και ότι αυτή, μόνο αυτή, έπρεπε να κατηγορηθεί. «Γιατί; Για ποιο λόγο;» φώναξε και έπεσε πάνω στο κουτί. Αφού έβαλαν χειροπέδες στον Migurski ξεκίνησαν να βαδίζουν μακριά. Βλέποντάς το αυτό, η Albina έτρεξε ξωπίσω τους. Ο Danilo γύρισε αλλού και αφού έσκισε το καπέλο του το πέταξε με δύναμη στο έδαφος. Πήγε στο μαγαζί εκεί κοντά και παράγγειλε βότκα κι έπινε ως την άλλη ημέρα, οπότε και έπαψε να σκέφτεται το βασανιστικό ερώτημα κατά πόσο είχε πράξει σωστά με το να ενημερώσει τις αρχές για τον σύζυγο της Πολωνής γυναίκας στο κουτί. Ο Migurski καταδικάστηκε σε βαριά ποινή. Οι συγγενείς του και οι Wanda, που είχαν καλές διασυνδέσεις, κατάφεραν να λάβουν μετριασμό της τιμωρίας του, οπότε στάλθηκε σε διαρκή εξορισμό στη Σιβηρία. Η Albina τον ακολούθησε. Ο Nicholas Pavlovich ήταν ευτυχισμένος που συνέτριψε την ψυχή της επανάστασης όχι μόνο στην Πολωνία μα σε ολόκληρη την Ευρώπη και ήταν υπερήφανος για το γεγονός ότι δεν είχε ξεφύγει από τις αρχές της ρωσικής μοναρχίας, αφού, για το καλό του ρωσικού λαού, κράτησε την Πολωνία υπό την κυριαρχία της Ρωσίας. Άντρες φορώντας αστέρες και επιχρυσωμένες στολές του έπλεκαν το εγκώμιο για το γεγονός αυτό, σε βαθμό που τον έκαναν να πιστεύει ειλικρινά ότι ήταν ένας σπουδαίος άντρας και ότι η ζωή του ήταν μια μεγάλη ευλογία για την ανθρωπότητα και ιδιαίτερα για τον ρωσικό λαό, στου οποίου την διαφθορά και την αποβλάκωση ασυναίσθητα κατευθύνονταν όλες οι δυνάμεις.
Γιατί; Για Ποιο Λόγο; ‘Διαβάζοντας’ την Ιστορία
Η ιστορία της οικογένειας Migurski, όπως την αφηγείται ο Tolstoy, μου φέρνει στο μυαλό πάρα πολλές ομοιότητες με τα βιώματα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, όπως μου τα είχε αφηγηθεί η μητέρα μου. «Γιατί; Για ποιο λόγο;» Ρωτούν πολλοί Λαπηθιώτες. Για ποιο λόγο έπρεπε να φύγουμε από τα σπίτια μας, Για ποιο λόγο δεν ζούμε πια στις γειτονιές μας, Για ποιο λόγο δεν μπορούμε να δημιουργούμε στη Λάπηθο;
Η αφήγηση του Tolstoy μας βοηθά να κατανοήσουμε το νόημα αυτών των δυσκολιών μας. Έμφαση δίνεται στα συναισθήματα, στα ανθρώπινα συναισθήματα, στον ανθρώπινο πόνο που υπάρχει σε αυτές τις καταστάσεις. Είτε πρόκειται για εξορία, είτε για βασανισμό, είτε για προσφυγιά ακόμα και όταν αυτή είναι στον ίδιο σου τον τόπο είναι όλες καταστάσεις που εμπερικλείουν πόνο και φρίκη και γελιοποίηση και καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η ομοιότητα που βρίσκω ανάμεσα στον πόνο της εξορίας είτε πρόκειται για συνέπεια πολέμου, είτε για συνέπεια επανάστασης, και στον πόνο της προσφυγιάς είναι μεγάλη. Εξετάζοντας τον ανθρώπινο πόνο μέσα από το φακό πολλών τραγικών γεγονότων όπως περιγράφονται είτε μέσα από πραγματικές ιστορίες είτε μέσα από μυθιστοριογραφία, μας βοηθά να συμφιλιώσουμε αισθήματα που δημιουργούνται από κάθε είδους εκτοπισμό με την απρόσκοπτη πραγματικότητα. Ακολούθως όμως, μετά τον εκτοπισμό και τα τραγικά συμβάντα έρχεται η ανάγκη για προσαρμογή στα νέα δεδομένα, η ελπίδας για μια πιο ανθρώπινη ζωή και κάπου στο βάθος το όνειρο για επιστροφή στις πατρογονικές εστίες. Ο ανθρώπινος πόνος, η νοσταλγία, η ελπίδα είναι σίγουρα πηγές δημιουργίας.
Επιπλέον, γεννιέται η ανάγκη για δημιουργία μέσα από την οποία να εξιλεωθούμε και να διώξουμε τον πόνο μας. Δημιουργείται η ανάγκη για εκπαίδευση, ώστε να γεμίσουμε την ψυχή μας με πνευματικό πλούτο, παρά να φορτωθούμε με υλικό πλούτο τον οποίο εύκολα κανείς μπορεί να μας αφαιρέσει. Οι γονείς μου πάντα εκτιμούσαν τα καλά της μόρφωσης. Τα εκτίμησαν ακόμα περισσότερο μετά την εισβολή. Μας έλεγαν: «Η εκπαίδευση είναι το πιο καλό και το πιο σίγουρο όπλο το οποίο αξίζει και πρέπει κανείς να κατέχει. Η μόρφωση είναι η καλύτερη επένδυση αφού κανείς δεν μπορεί να σου την αφαιρέσει. Μπορεί κανείς να απομακρύνει τα υλικά αγαθά, αλλά ποτέ τις αξίες, τις αναμνήσεις και τα συναισθήματά σου. Η εκπαίδευση είναι τροφή για την ψυχή, το πνεύμα και το μυαλό, καθώς επίσης και το κλειδί το οποίο ανοίγει πόρτες στη ζωή».

Η Ζωή στην Εξορία: Πόνος, Δυστυχία, Νοσταλγία, Προσμονή και η Ανάγκη για Περισυλλογή, Προσαρμογή, Δημιουργία και Αναγέννηση
Ο Edward Said μιλά για τη νέα ταυτότητα την οποία αποκτούν οι εξόριστοι, οι πρόσφυγες και γενικώς οι εκπατρισθέντες στη βάση των νέων δεδομένων και εμπειριών που δημιουργούνται για αυτούς. Όπως το θέτει:
… η μεγάλης έκτασης ανθρώπινη μετανάστευση που συνοδεύεται από κάποιο πόλεμο, αποικιοκρατία και οικονομική και πολιτική επανάσταση και επίσης καταστάσεις που συνθλίβουν τον άνθρωπο όπως είναι η πείνα και η φυλετική κάθαρση είναι καταστάσεις που απεικονίζονται άμεσα στις αλλαγές που μετασχηματίζουν τις γειτονιές, τα επαγγέλματα, τη δημιουργία πολιτισμού και την τοπογραφία ώρα με την ώρα, στις δυτικές μητροπόλεις. Οι εξόριστοι, οι μετανάστες, οι πρόσφυγες και οι εκπατριζόμενοι που ξεριζώνονται από τα εδάφη τους πρέπει να δραστηριοποιηθούν στο νέο περιβάλλον τους και η δημιουργικότητα μα και η θλίψη που διαφαίνονται στις πράξεις τους είναι μια από τις εμπειρίες που ακόμα ψάχνει να βρει τον χρονικογράφο της…(Said, 2002, p. xiv)
Πολλοί ερευνητές της εκπαίδευσης έχουν γράψει για τη μεγάλη σημασία του τόπου αφού αυτός διαμορφώνει μια πορεία ζωής (δες Pinar et al., 1995; Schubert, 2004; Callejo, Fain, & Slater, 2004).
Η ανάγκη για δημιουργία είναι μεγάλη στην εξορία, αφού η πρώτη αποτελεί έναν τρόπο να προχωρήσουμε μπροστά, κάνοντας τον πόνο μας τραγούδι, πίνακα, σύγγραμμα, άρθρο, προσφορά. Η ανάγκη για δημιουργία οδηγεί και κάπου αλλού: στην ανάγκη για μόρφωση και για προσφορά στην κοινωνία, στις επιστήμες και στους συνανθρώπους μας. Αυτή η προσφορά σίγουρα δεν λείπει από το Λαπηθιώτικο πνεύμα και ταμπεραμέντο. Ακόμα και στην εξορία, ή αλλιώς στην προσφυγιά, το επαναστατικό πνεύμα, η συνεχής προσπάθεια, η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, για μια καλύτερη κοινωνία υπάρχει διαρκώς, όπως είδαμε και στη ζωή των Jaczewski και Migurski, συνοδευόμενη πολλές φορές από το ερώτημα «Γιατί; Για ποιο λόγο;» και πάντοτε από την ελπίδα και την πίστη.
Πολλοί Λαπηθιώτες έχουν να επιδείξουν έργο μοναδικό και πολύτιμο όχι μόνο σε τοπικό, μα και σε παγκόσμιο επίπεδο. Έτσι, θα ανατρέξω πρώτα στο παρελθόν για να θυμηθούμε μαζί σημαντικούς Λαπηθιώτες που συνεισέφεραν στον τομέα των γραμμάτων και των επιστημών. Μια ματιά προς τα πίσω και στους ανθρώπους που συνεισέφεραν και ακόμα συνεισφέρουν με την έμπνευσή τους, τη σοφία τους και τη μόρφωσή τους στα γράμματα και στις επιστήμες, θα μας βοηθήσει να συνδέσουμε το παρελθόν με το παρόν (και ελπίζοντας και το μέλλον) της Λαπήθου. Ακολούθως, θα παρουσιάσω τους πρωτοβάθμιους και τους αναπληρωτές καθηγητές πανεπιστημίου με καταγωγή τη Λάπηθο, τους οποίους βρισκόμαστε εδώ σήμερα για να τιμήσουμε για την προσφορά και το αξιόλογο έργο τους στην επιστήμη τους και στην κοινωνία γενικότερα. Κάποιοι από αυτούς έχουν να επιδείξουν έργο το οποίο κάνει περήφανη την ψυχή της Λαπήθου και βοηθά στο να συνεχιστεί ο πνευματικός πλούτος στον οποίο η Λάπηθος έχει παράδοση από τα πανάρχαια χρόνια. Μέσα από το έργο των ανθρώπων της, η Λάπηθος συνεχίζει την παράδοση αυτή σε τοπικό και διεθνές επίπεδο.

Διδασκαλία και Πνευματική Ζωή
Γεώργιος Λαπίθης, σημαντικότατος λόγιος που έζησε στη Λάπηθο την εποχή της Φραγκοκρατίας. Βαθύς γνώστης της ελληνικής και λατινικής φιλοσοφίας, ποιητής αλλά και με ευρύτατα επιστημονικά ενδιαφέροντα όπως η αστρονομία. Πέθανε το 1359.
Κώστας Χριστοδουλάκης, έζησε περίπου μέχρι το 1940. Δάσκαλος στην εποχή του «αυστηρού δασκάλου» και παράλληλα έμπορος και βιομήχανος. Συνέχισε την αγγειοπλαστική με μοναδικά και ανεκτίμητα έργα.
Κωνσταντίνος Καπλάνης, έζησε μέχρι το 1974. Υπήρξε Δήμαρχος Λαπήθου και δίδαξε σε όλη την Κύπρο.
Πολύκαρπος Μαχαλεκίδης, δάσκαλος, έζησε μέχρι την εισβολή του 1974.
Αλέξανδρος Κοσμά, δάσκαλος δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης. Ο πρώτος που έγραψε ελληνική γραμματική στην Κύπρο την οποία και διαμόρφωσε αφού άρχισε να εργάζεται στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Σημαντικότατο το έργο του στη Γλώσσα αφού διαχώρισε την καθαρεύουσα από την κυπριακή διάλεκτο, η οποία μέχρι το 1955 ήταν αναμεμειγμένη με στοιχεία ξένα και την αρχαία ελληνική. Είχε τιμηθεί με το βραβείο της Κυπριακής Αδελφότητας στην Αλεξάνδρεια.

Ίδρυση Σχολείων
Κωνσταντίνος Λοϊζίδης, έκτισε το Ελένειο στη μνήμη της κόρης του Ελένης. Η Ευγενία και ο Αντώνιος Θεοδότου είναι οι κληρονόμοι του.
Ευθύβουλος Ανθούλλη, ιδρυτής της Εμπορικής Σχολής Σαμουήλ και γυμνασιάρχης στην Κερύνεια το 1929-1930. Ίδρυσε τον Γυμναστικό Σύλλογο Πράξανδρος και υπήρξε πρόεδρός του. Βραβεύτηκε από το κράτος για τη δραστηριότητά του στα αθλητικά.
Χαρίτων Αθανασιάδης και Χριστόφορος Ταλιαδώρος, συνδεδεμένο το όνομά τους με την ίδρυση του Γυμνασίου Λαπήθου. Και οι δύο διετέλεσαν δήμαρχοι Λαπήθου.
Το ζεύγος Τσαγγαρίδη, ήταν από τους κύριους οικονομικούς συντηρητές του Γυμνασίου Λαπήθου. Η αίθουσα εκδηλώσεων του Γυμνασίου ονομαζόταν Τσαγγαρίδειος Αίθουσα προς τιμή τους. Η Ρεβέκκα Τσαγγαρίδου με τον αδερφό της Οδυσσέα επέκτειναν το Γυμνάσιο Λαπήθου. Οι αδερφές του Στρατηγού Ιωάννη Τσαγγαρίδη, Ειρήνη, Ρεβέκκα, Αναστασία, και Βασιλική, έζησαν και δίδαξαν στην Ελλάδα μα ποτέ δεν ξέχασαν την Κύπρο.
Νίκος Παπαξενοφώντος, γιός του ιερέα Αγίου Θεοδώρου, με πτυχίο στα Παιδαγωγικά από εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Αγγλία. Ως επιθεωρητής εκπαίδευσης είχε εργαστεί για τα πρότυπα σχολεία.

Συγγραφείς
Κώστας Κύρρης, ο πιο πολύπλευρος αφού ήταν τουρκολόγος, αναλυτής, μεταφραστής, λαογράφος. Σημαντικός επίσης και ο αδερφός του Λεωνίδας Κύρρης.
Φωκάς Φωκαΐδης, σημαντικός λογοτέχνης, ασχολήθηκε με τη Βυζαντινή μουσική και πήρε πολλές τιμητικές απονομές. Πολυγραφότατος, πρόβαλε την Κύπρο και ειδικά την Λάπηθο στο εξωτερικό. Ιεροψάλτης και εκδότης εφημερίδας.
Ναπολέοντας Λαπαθιώτης, ποιητής στην Ελλάδα και απόγονος ενός από τα άτομα που είχαν διαφύγει με τον Κανάρη.
Ανδρέας Στυλιανού, Βυζαντινολόγος, αδελφός της Άννας Καλογήρου. Πέθανε το 2005. Είχε κάνει έρευνα και εξέδωσε βιβλίο για τις Βυζαντινές εκκλησίες της Κύπρου με τη βοήθεια και της συζύγου του. Εξαιρετικό και σπάνιο έργο το οποίο εκτιμήθηκε από την UNESCO και εκδόθηκε σε 5 γλώσσες. Ο γιος του είναι καθηγητής πανεπιστημίου στην Αγγλία.
Νίτσα Σολομωνίδου, δασκάλα, ασχολήθηκε με την ποίηση, τη λογοτεχνία , το θέατρο.
Άννα Καλογήρου, δασκάλα και συγγραφέας.
Γεώργιος Χαριτωνίδης, βραβευμένος συγγραφέας και ποιητής

Άτομα που Διέπρεψαν στο Χώρο της Μουσικής
Κυπριανός (Σιπριέν) Κατσαρής, μουσικός, γεννήθηκε στη Μασσαλία, Γαλλία, και είναι γιος του Λαπηθιώτη Ερωτόκριτου Κατσαρή από τον Άγιο Θεόδωρο Λαπήθου. Παγκοσμίου φήμης πιανίστας στον οποίο έχουν απονεμηθεί τιμητικά διπλώματα..
Ανδρέας Γιαγκόπουλος, καθηγητής Μουσικής. Ο πατέρας του ήταν επίσης καθηγητής και παλιός Δήμαρχος Λαπήθου. Διακρίθηκε στη Μουσική και πήρε τιμητικά βραβεία στη σύνθεση. Έκανε έρευνες σχετικές με τα φαινόμενα της φύσης.
Φαίδρος Καβαλλάρης, αρχιτέκτονας και μουσικός. Ασχολήθηκε επίσης με την ποίηση και τη ζωγραφική και εξέδωσε βιβλίο. Ο πρώτος ξένος συνθέτης που έδωσε συναυλία στην Αίθουσα Συναυλιών του Πεκίνου.
Ευαγόρας Καραγιώργης, καθηγητής Μουσικής με διακρίσεις. Ο πατέρας του ήταν από τη Λάπηθο και ο ίδιος είναι πρώτος ξάδερφος του Ευαγόρα Παλληκαρίδη.

Άτομα που Διέπρεψαν στο Χώρο της Ζωγραφικής
Ερωτόκριτος Λαδόμματος, σπουδαίος ζωγράφος.

Δημοσιογραφία
Κυριάκος Κακουλλής, σπούδασε μουσικός στη Γαλλία και ζωγράφος. Εκδότης στην εφημερίδα «Πρωινή».
Ανδρέας Αβρααμίδης, δημοσιογράφος και διερμηνέας στο προεδρικό για πολλά χρόνια. Είχε πολλά συγγράμματα.
Μαζί με τα πιο πάνω άτομα, μπορούν να συγκαταλεχθούν και πολλοί αφανείς ήρωες που έστω και αν δεν είχαν να επιδείξουν έργο επιστημονικό, η συνεισφορά τους με κάθε τρόπο ήταν και είναι μεγάλη. Παρουσιάζω αμέσως πιο κάτω τους πρωτοβάθμιους και αναπληρωτές καθηγητές πανεπιστημίου με καταγωγή τη Λάπηθο τους οποίους τιμούμε απόψε.
Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

cypriota

feel more think less. great quote