Αφιέρωμα στην Ποίηση….. Είπαν για την ποίηση……

109974-freedom

«Η ποίηση μια πόρτα ανοιχτή, για την οποία αιώνες τώρα φτιάχνονται αρμαθιές αντικλείδια» (Γ. Παυλόπουλος). Μα όχι πάντα πόρτα ανοιχτή « πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες κλειστές σ’ ερημωμένα σπίτια» (Ρίτσος).

«Η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει να γίνεσαι άνεμος για τον χαρταετό και χαρταετός  για τον άνεμο, ακόμα κι όταν ουρανός δεν υπάρχει, αυτό είναι στο βάθος η ποίηση»  (Ελύτης). “Μη με διαβάζετε…αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα οπουδήποτε. Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά ενοχλώντας το σύμπαν» (Καρούζος).

Ας δούμε τον κόσμο μ’ άλλα μάτια, ας τον δούμε και με τα μάτια της ποίησης, «αφού, κατά λάθος, ο κόσμος είναι μια ποίηση» (Λειβαδίτης).  Κι ας βρούμε τρόπους να ικανοποιούμε τη «λανθάνουσα κοινή ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό» (Σαχτούρης).

Και σεις ποιητές «καταφερτζήδες του πνεύματος και των στίχων/…βάλτε δυναμίτη, δημιουργήστε εκρήξεις/ που να σκορπίσουν το χειρότερο θάνατο στα βολέματά μας./ Ευλογία κυρίου τα μυδράλια της ποίησης» (Καρούζος).

Ποιητές για την ποίηση

  

Καρούζος: σημάδι της αλήθειας ας υπάρχει του ποιήματος ο ήχος. Αυτό που ονομάζουμε χαρόντισσα ή αλλιώς ποίηση.

 

Και είναι να αναφωνείς: τι γυρεύεις μωρ’  ομορφούλα μου, εσύ μαργαρίτα, σε τούτο το παλιοχώραφο;

Θάθελα λίγο δυναμίτη, θάθελα μιαν έκρηξη/ που να σκορπίσει το χειρότερο θάνατο στα βολέματά σας/ ευλογία κυρίου τα μυδράλια της ποίησης.

 

Χρείες της ζωής, χρείες του κόσμου τα κελαηδήματα.

 

Και ποτέ στ’ αλήθεια δε μάθαμε τι είναι τα ποιήματα/ είναι σπαράγματα, είναι ομοιώματα/ φενάκη/ φρεναπάτη/ φρενάρισμα ίσως/ ταραχώδη κύματα/ ειν’ εκδορές/, απλά γδαρσίματα, είναι σκαψίματα/ είναι ιώδιο; Είναι φάρμακα; Είναι γάζες, επίδεσμοι;/Πολλά τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα/ εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

 

Καταφερτζήδες του πνεύματος και των στίχων/ ευκλεώς στοιχηθείτε. Βάλτε δυναμίτη, δημιουργήστε εκρήξεις, που να σκορπίσουν το χειρότερο θάνατο στα βολέματά μας. Ευλογία κυρίου τα μυδράλια της ποίησης».

Θνητός της ποίησης ο λόγος/ νεκρώνει τα παρόντα γεγονότα για να τα πενθεί/ και αυτή  η νεκρότητα είναι η αθανασία.

Τα ποιήματα συμβαίνουν Και τις σκέψεις και πράγματα/ φτιάχνουμε ποιήματα- κουρδισμένα παλιοπαίχνιδα/ καμωμένα για να φτερουγίσουν.

 «Εκείνος που γράφει ποιήματα είναι ακριβώς εκείνος που περνά άφοβος από νεκροταφείο τη νύχτα», (Ν. Καρούζος)

 

Λεοντάρης: Άσε τα ποιήματα και τους λατρευτικούς σου στίχους/ πίσω από τις τελετουργίες των λέξεων σφάζονται ψυχές/

Μαγιακόφσκι: Η ποίηση είναι ένα ταξίδι/ σ’ άγνωστη χώρα…/Για μια και μόνο λέξη/λιώνεις χιλιάδες τόνους / γλωσσικό μετάλλευμα.

Μαγιακόφσκι: «Ο ποιητής μένει πάντοτε χρεώστης/ απέναντι στον κόσμο./ Πληρώνει πάντα τόκους και υπερημερίες/ Για τον πόνο των ανθρώπων/ Μένω χρεώστης.

-Η ποίηση είναι τα μέσα της έναρθρης γλώσσας με τα οποία προσπαθεί να απεικονίσει ό,τι στα σκοτεινά επιχειρούν να εκφράσουν τα δάκρυα, οι σιωπές, οι στεναγμοί, οι θωπείες, η κραυγή.

Κική Δημουλά

-Η ποίηση βοηθάει όσο το κερί σ’ ένα σκοτεινό ξωκλήσι με φευγάτους όλους τους αγίους, παρηγορεί αυτούς που την αγαπούν, γιατί βρίσκουν κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες του ψυχισμού τους. Αυτούς που πιστεύουν στη μαγεία της, τους βγάζει από τα σώματά τους και τους σταθεροποιεί σε μια αιώρηση, ωφελεί κυρίως τη γλώσσα που περισυλλέγει από τους μεγάλους κάδους της βιασύνης τη μεταγγίζει με σέβας στο τόσο δα μπουκαλάκι του του αγιασμού, μια γουλιά όσο ακριβώς χρειάζεται να πιει η ουσία. Τέλος, η ποίηση ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα σε ένα ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο.

Κική Δημουλά

 Θ. Αγγελόπουλος: «Η ποίηση είναι μια υγρασία που την έχουμε ανάγκη, γιατί διώχνει την ξηρότητα της καθημερινότητας. Ποίηση δεν αρκεί να υπάρχει μόνο στο σινεμά, αλλά και στη ζωή. Είναι ένα μονοπάτι που σε κάνει να αισθάνεσαι κάτι παραπάνω από αυτό που είσαι. Σε πάει κάπου αλλού, όπου όλα παίρνουν μια μαγική διάσταση. Άρα σε βοηθάει να ζήσεις».

 Οκτάβιο Παζ: το κέντρο της πλατείας η σπασμένη κεφαλή του ποιητή είναι πηγή…Η πηγή τραγουδάει για όλους.

 

Γιάννης Ρίτσος

 

 Ο ποιητής

 

 Όσο κι αν βρέχει το χέρι του μες στο σκοτάδι

Το χέρι του δε μαυρίζει ποτέ. Το χέρι του

Είναι αδιάβροχο στη νύχτα. Όταν θα φύγει

(γιατί όλοι φεύγουμε μια μέρα) θαρρώ θα μείνει

Ένα γλυκύτατο χαμόγελο στον κόσμο ετούτον

Που αδιάκοπα θα λέει «ναι» και πάλι «ναι»

Σε όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες.

 (Γιάννης Ρίτσος, Τα αρνητικά της σιωπής)

 

 Τι ήσυχα που γκρεμίζεται μέσα στην ποίηση ο χρόνος

                            Γ. Ρίτσος

 

Οι ποιητές, μετά το ποίημα,

(όπως, μετά την πυρκαγιά, οι πυροσβέστες)

Βγάζουν τα κράνη τους

                     Γ. Ρίτσος

 

Και οι ποιητές τι χρειάζονται

σ’ ένα μικρόψυχο καιρό;

                    Χαίντερλιν

 

(Ποίηση) Τι πολλούς που κατέστρεψε

Τι λίγους που έσωσε.

            Μαρίνα Τσβετάγιεβα

 

Τι να σου πω για την ποίηση; Τι να σου πω γι αυτά τα σύννεφα, γι αυτό τον ουρανό; Να τα κοιτάζω, να τα κοιτάζω και τίποτ’ άλλο

Καταλαβαίνεις πως ένας ποιητής δεν μπορεί να πει τίποτα για την ποίηση, ας τα αφήσουμε αυτά στους κριτικούς και στους δασκάλους. Μα ούτε εσύ ούτε εγώ, ούτε κανένας ποιητής, δεν ξέρουμε τι είναι η ποίηση. Είναι εκεί! Κοιτάξτε. Έχω τη φωτιά μέσα στα χέρια μου, το ξέρω και δουλεύω τέλεια μαζί της, μα δεν μπορώ να μιλήσω γι αυτή χωρίς να κάνω φιλολογία.

Καταλαβαίνω όλες τις ποιητικές τέχνες. Θα μπορούσα να μιλήσω γι αυτές, αν δεν άλλαζα γνώμη κάθε πέντε λεπτά. Δεν ξέρω. Ίσως μια μέρα να αγαπήσω πολύ την κακή ποίηση, όπως αγαπώ σήμερα την κακή μουσική, παράφορα. Θα κάψω ένα βράδυ τον Παρθενώνα για ν’ αρχίσω να τον κτίζω το πρωί και να μην τον τελειώσω ποτέ.

Στις διαλέξεις μου μίλησα κάποτε για την ποίηση, αλλά για το μόνο για το οποίο δεν μπορώ να μιλήσω είναι η ποίησή μου. Όχι γιατί δεν έχω συνείδηση του τι κάνω. Αντίθετα, αν είναι αλήθεια πως είμαι ποιητής από χάρη του θεού- ή του δαίμονα- είναι εξίσου αλήθεια ότι είμαι ποιητής χάρη στην τεχνική και την προσπάθεια, και γιατί κατέχω απόλυτα του τι είναι ποίημα».

                                                         Φρ. Γκ. Λόρκα

 

Οι ποιητές

Που μούλιασαν στα κλάματα και στ’ αναφυλλητά

Λακήσαν απ’ το δρόμο

Τινάζοντας ακατάδεκτα τα τσουλούφια τους.

«Πώς με δυο τέτοιες λέξεις/ να τραγουδήσεις

Την δεσποινίδα/ και τον έρωτα

Και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;»

Και πίσω από τους ποιητές

Τρέχουν τα πλήθη του δρόμου

Φοιτητές/ πόρνες/εργολάβοι…

                 Μαγιακόβσκι

Η ομορφιά καραδοκεί. Αν είμαστε ευαίσθητοι, θα την αισθανθούμε

Μέσα στην ποίηση όλων των γλωσσών.

                                              Μπόρχες

 

Όταν διαβάζουμε ένα καλό ποίημα, φανταζόμαστε πως και μεις

Θα μπορούσαμε να το έχουμε γράψει, πως το ποίημα προϋπήρχε μέσα μας.

                                               Μπόρχες

 

Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως, που κάμνουνε- για λίγο- να μην νιώθεται η πληγή.

                                              Κ. Καβάφης

 

 

Ανδρέας Εμπειρίκος: «Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ’ άνθη μιλούν.

Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες.

Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος».

Τσέσλαβ ΜΙΛΟΣ, «…Γύρευα την ποίηση δίχως να το ξέρω

κι ανακάλυψα, αργά, το σωστικό σκοπό της.

Σ, αυτό, μόνο σ’ αυτό, βρίσκω τη σωτηρία μου…»

Μπατάιγ, «Το αλκοόλ της ποίησης/ η νεκρική είναι/ σιγή»

          

Ο ποιητής είναι ένας φυλακισμένος πάντοτε ορθός

μπρος στο λευκό χαρτί

                                 Άρης Αλεξάνδρου

 

Ω, ποίηση αναμάρτητη εμπιστευμένη στη δροσιά της θύελλας, ω

ποίηση ατελεύτητη φτεροκόπημα χελιδονιών.

                                Τάκης Βαρβιτσιώτης

 

Τούτοι οι στίχοι ο λαός μου και τα σπίτια του

                                Μάνος Ελευθερίου

 

Κι η ποίηση: ένα παιχνίδι που τα χάνεις όλα,

για να κερδίσεις ίσως ένα άπιαστο αστέρι.

                                Τάσος Λειβαδίτης

 

(ποίηση)…το χρυσό δίχτυ, όπου τα πράγματα σπαρταρούν μέσα του.

                                Γ. Σεφέρης

 

Πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων τα ποιήματα

ανασαίνουν ζωντανά και το καθαρό τους νόημα καθρεφτίζει

παντού  μια φανταστική ευτυχία, που ποτέ δε θα πυρποληθεί.

                             Τάκης Σινόπουλος

 

Στο σώμα στην ενθύμηση πονούμε.

Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις

είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

                            Κ. Καρυωτάκης

 

Κι είδα τα ανοιχτά παράθυρα

σα μεγάλα βιβλία της ερημιάς

όπου διάβασα το ποτέ και το τίποτα

να φτιάξω μια ποίηση για πάντα.

Κι η ποίηση είναι σαν να ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα

για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.

                        Τάσος Λειβαδίτης

 

Κατά τα άλλα, τρώω περγαμόντο για να ξημερώσει

Και γράφω ποιήματα για να ερωτεύομαι σωστά.

                          Ο. Ελύτης

 

Νίκος Καρούζος, «Των σπαραγμένων χαραυγή»

Κοιτάζαμε τον ήλιο γαλανή Μαρία στις κορφές

η αύρα του καλοκαιριού κυμάτιζε το πουκάμισό μου στα στήθη.

Εγώ είπα Κύριε/ τούτο το κυμάτισμα είναι η ποίηση.

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα, α’ τ., εκδ. Ίκαρος)

Νίκος Καρούζος, «Ποίηση»

Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου/ σαν πέφτει η νύχτα.

Ένα πουλί ολάξαφνο/ με φτερουγίσματα που μαχαιρώνουν τον αέρα

εισορμά κ’ ύστερα πάλι ησυχία επικρατεί.

Ποτέ μου δεν ετόλμησα το φως ν’ ανοίξω

και πάντα λέω τι να ‘ναι το ολάξαφνο πουλί

τι πτέρωμα έχει/ πώς άραγε να συγκινεί η μορφή του…

Πάντως όταν ξυπνώ με της αυγής το σκούντημα

δεν είμαι παρά μόνος στο δωμάτιό

σωματικά στερεωμένος απ’ τον ύπνο

πιο γνώριμος του θανάτου από χτες/ ενώ η ψυχή προσμένει

το καινούριο μήνυμα του ήλιου/ όπως πάντα.

Όμως/ τι ‘ναι το πουλί που ξαφνικά

σαν ερχομός πνοής μέσα στο πνεύμα

σφάζει την ησυχία του δωματίου μου

και το αισθάνομαι κοντά μου;

Ποτέ νομίζω δε θα μάθω

κ’ ίσως να είναι το πουλί αυτό, όλο το μυστικό εδώ πέρα.

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα, α’ τ., εκδ. Ίκαρος)

Νίκος Καρούζος, σκόρπια:

« Ο ποιητής γυμνάζει τη σκέψη σε απογύμνωση».

«Στον αφρό δεν έχει διάρκεια. Στο πατοκάζανο μαίνεται ο Ποιητής».

«Ο Ποιητής κάποτε πρέπει να λέει: μεγάλη κατανάλωση παρου-

σίας – γενείτε και λίγο μοναξιάρηδες!».

«‘Έγραψα ποίηση- μ’ άλλα λόγια

συνεργάστηκα με το μηδέν».

«Η ποίηση δεν έχει μεγάλο κοινό. Πώς το αντιμετωπίζει αυτό; «Ποτέ δεν ήταν η ποίηση για πολλούς. Ο Καρούζος έβγαζε τα βιβλία του μόνος του σε 200 αντίτυπα και η «Στροφή» του Σεφέρη μπορεί να υπάρχει ακόμα στην αποθήκη. Την ποίηση πρέπει να τη βρεις, δεν θα σε βρει αυτή. Προσωπικά δεν συμφωνώ με την εξωστρέφεια των ποιητών που εκφράζεται με εκδηλώσεις για να περάσει η ποίηση στην κοινωνία. Αυτό είναι αντίθετο στην ουσία της ποίησης, γιατί έτσι η πρόσληψή της γίνεται με λάθος τρόπο, μέσω ενός κοσμικού γεγονότος ή μιας διαμαρτυρίας, παρά ως εσωτερική ανάγκη. Η ποίηση θέλει αφοσίωση, να τρελαίνεσαι με αυτό που διαβάζεις. Είναι η μόνη τέχνη που δεν έχει μπει στο χρηματιστήριο της τέχνης, κανείς εκδότης δεν θα σε πιέσει να γράψεις μπεστ σέλερ.», (Μιχάλης Γκανάς, από συνέντευξή του στο ΒΗΜΑ)

Τι είναι ποίηση

 Του Τέρι ΗΓΚΛΕΤΟΝ

 Τι επιτυγχάνει το κομμάτιασμα και το αράδιασμα των ποιητικών φράσεων πάνω στη σελίδα; Μας καλεί να μεταχειριστούμε τη γλώσσα με ασυνήθιστη προσοχή και ευαισθησία. Είναι ένας τρόπος να πει κανείς: μη διαβάζετε απλώς διά μέσου της γλώσσας το νόημα, όπως κάνουμε με τις οδικές σημάνσεις που λένε: «Απαγορεύεται η είσοδος» ή «Οδηγείτε στη δεξιά λωρίδα» –καταστήσατε την ίδια τη γλώσσα αντικείμενο της προσοχής σας. Αυτός θα μπορούσε να είναι, εντέλει, ένας βραχύς ορισμός της ποίησης: το είδος λόγου όπου το τι λέγεται και το πώς λέγεται (το περιεχόμενο και η μορφή, το σημαίνον και το σημαινόμενο, το νόημα της γλώσσας και η υλικότητά της) είναι δραστικά αδιαχώριστα.[…]
Στην ποίηση, ο ήχος, ο τόνος, το βάρος, η ένταση, ο βηματισμός, η υφή των λέξεων είναι συστατικά στοιχεία του περιεχομένου της. Ώς έναν βαθμό, αυτό είναι αλήθεια και για την καθημερινή μας ζωή: δεν υπάρχει γλώσσα χωρίς τόνο, γιατί και η ίδια η απουσία τόνου συνήθως μαρτυρεί μια συγκινησιακή στάση εκ μέρους του ομιλητή. […] Όμως η ποίηση οδηγεί αυτή την τονικότητα σε μια ασυνήθιστη ένταση –πράγμα που σημαίνει ότι στην ποίηση το σώμα μετέχει της γλώσσας πιο φανερά απ’ ό,τι συνήθως. Όλη η γλώσσα είναι σωματική, αλλά κάποιες εκφάνσεις της είναι πιο σωματικές απ’ ό,τι άλλες, και αυτές είναι γνωστές ως ποίηση. Ποίηση είναι ο λόγος του σώματος.[…]

Ποίηση σημαίνει νόημα και υλικότητα συγχρόνως˙ και αν αυτό είναι αλήθεια, τότε η ποίηση είναι μια παράδοξα οπισθοδρομική, νηπιακού τύπου δραστηριότητα. Τα βρέφη απολαμβάνουν το παιχνίδι με τους ήχους, τη γεύση των συλλαβών και τη νοστιμιά των λέξεων στο στόμα τους˙ και οι ποιητές, που παράγουν αυτό που ο Ιρλανδός ποιητής Seamus Heaney έχει ονομάσει «μουσική του στόματος» (mouth music), είναι απλώς εκείνα τα πρόωρα ανεπτυγμένα βρέφη που δεν έπαψαν ποτέ να αντλούν απόλαυση από το ψέλλισμα. Οι περισσότεροι από μας πρέπει να αφήσουμε σιγά-σιγά πίσω μας αυτές τις σωματικές παρορμήσεις, προκειμένου να ανέλθουμε σε μια υψηλότερη τάξη νοήματος, αφαίρεσης, η οποία αποσπά το σημείο από τις ρίζες του στο σώμα. […]
Τα άλλα ζώα παραμένουν αισθητηριακά δεμένα στο περιβάλλον τους με το σώμα τους. Όμως εμείς, επειδή έχουμε τη γλώσσα –το δώρο και την κατάρα του λόγου—, μπορούμε να αποσπάσουμε τον εαυτό μας από τα σώματα, από τις αισθήσεις και το περιβάλλον μας, και έτσι να τα χειριστούμε και να τα αντικειμενοποιήσουμε πολύ πιο δραστικά απ’ ό,τι μπορούν οι καρχαρίες ή οι τίγρεις.[…] Αυτή η μετάβαση από το μουγκό σώμα στη γλώσσα είναι η στιγμή της Πτώσης, με τη βιβλική έννοια της λέξης. Όμως η Πτώση είναι προς τα πάνω, όχι προς τα κάτω. Είναι αυτό που οι θεολόγοι αποκαλούν «felix culpa», μια χαρούμενη Πτώση. Χωρίς τη γλώσσα, τις περίπλοκες έννοιες, τις δυνατότητες της αφηρημένης σκέψης, του υπολογισμού και της γενίκευσης, δεν θα μπορούσαμε να σχεδιάσουμε μαζικές δολοφονίες˙ ούτε όμως θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε τη χειρουργική.
Η ποίηση, λοιπόν, είναι μια προσπάθεια να αντιστρέψουμε και να επιδιορθώσουμε την Πτώση –να ενώσουμε και πάλι το νόημα με το σώμα, το πνεύμα με τις αισθήσεις. Με αυτή την έννοια, η ποίηση είναι η πιο δημιουργική (creaturely) από τις τέχνες. Η ποίηση δουλεύει με το νόημα, αλλά με έναν «ενσαρκωτικό» τρόπο –προσφέρει και πάλι στο νόημα το χαμένο υλικό σώμα του. Κατά συνέπεια, υπάρχει κάτι το ουτοπικό στην ίδια την ποιητική πράξη, όσο κατηφή ή απελπισμένα και αν είναι μερικά ποιήματα. Σκεφτείτε το ρυθμό, για παράδειγμα, που είναι ένα από τα πιο πρωτόγονα γνωρίσματα της ποίησης. Πρόκειται για υπόθεση του σώματος και των βιολογικών κύκλων –της παλμικής κίνησης της αναπνοής και του σφυγμού του αίματος—, για έναν από τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους η ποίηση μάς επιστρέφει στη βρεφική ηλικία. Ο ποιητής, όπως παρατήρησε κάποτε ο T. S. Eliot, είναι πιο πρωτόγονος και συγχρόνως πιο εκλεπτυσμένος από τους περισσότερους ανθρώπους. Από τη μια μεριά, το ποιητικό νόημα είναι πιθανότατα το πιο περίπλοκο νόημα που έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει η ανθρώπινη γλώσσα. Το ποίημα έχει οριστεί ως ο μεγαλύτερος δυνατός όγκος πληροφοριών στο μικρότερο δυνατό χώρο. Από την άλλη μεριά, όπως είπα παραπάνω, υπάρχει κάτι το μάλλον αρχαϊκό, το πρωτόγονο στην τέχνη της ποίησης.
«Η ΑΥΓΗ» 28-12-08 (Αναγνώσεις)
(Απόσπασμα από την ομιλία του Terry Eagleton στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, στις 25/11/08), μτφρ. Αθηνά Βογιατζόγλου)

Ποίηση είναι το ρυθμικό κλάμα του κόσμου

 Γιώργος Βαρθαλίτης

  Ένας από τους καλύτερους τρόπους για να καταλάβουμε ένα λογοτεχνικό, μουσικό ή εικαστικό έργο είναι να το συγκρίνουμε με ένα άλλο λογοτεχνικό, μουσικό ή εικαστικό έργο. Το ένα έργο φωτίζει το άλλο, οι ομοιότητες κι οι διαφορές προβάλλουν ανάγλυφες, οι πρωτοτυπίες κι οι κοινοτοπίες γίνονται φανερές, οι αρετές και τα ψεγάδια ξεσκεπάζονται. Δεν υπάρχει εγκυρότερη Λυδία λίθος για την κριτική αποτίμηση, την ερμηνεία και την κατανόηση των ανθρώπινων καλλιτεχνημάτων από τη συσσωρευμένη πείρα που κατακτάται με τη γνώση της καλλιτεχνικής δημιουργίας του παρελθόντος.

Αν τώρα θέλαμε να κατανοήσουμε όχι ένα συγκεκριμένο έργο αλλά μια ολόκληρη μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης- στην περίπτωσή μας την ποίηση- φρονώ πως θα έπρεπε να ακολουθήσουμε μια παρόμοια μέθοδο, δηλαδή να τη συγκρίνουμε με άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Μια τέτοια σύγκριση υπονοεί πως πέρα από τις ειδοποιούς διαφορές τους, τις οποίες οφείλουμε να εξετάσουμε, όλες οι μορφές τέχνης ακόμα κι οι πιο απομακρυσμένες, όπως η μουσική κι η ζωγραφική, έχουν ένα κοινό υπόστρωμα. Όταν μιλάμε για αρμονία σε έναν ζωγραφικό πίνακα ή για χρώμα σε μια μουσική σύνθεση κάνουμε κάτι περισσότερο από μια μεταφορά. Τελικά η τέχνη, στην απόλυτη, ιδεατή μορφή της είναι μία και όλες οι επιμέρους τέχνες φωτίζουν κάθε φορά μια πλευρά της, πίσω απ’ την οποία, διακρίνονται, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο, οι υπόλοιπες.

Ας ξεκινήσουμε με την  υπόθεση εργασίας πως εργασίας πως η ποίηση βρίσκεται ανάμεσα στη μουσική και τη ζωγραφική.

Ως προς το πρώτο μέρος του συσχετισμού δεν χωράει καμιά αμφιβολία. Λόγος και μέλος υπήρξαν αρχικά αδιαχώριστοι, ενώ και αργότερα δεν έπαψαν να συγχρωτίζονται. Αυτή η μακροχρόνια συνοδοιπορία δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε μια συγγένεια εσωτερική. Το βασικό γνώρισμα της ποίησης και της μουσικής είναι ο ρυθμός.  Η ποίηση κι η μουσική μαζί με το χορό απαρτίζουν την τριανδρία των ρυθμικών τεχνών. Αν θέλουμε να θυμηθούμε τον διαχωρισμό ανάμεσα στις τέχνες του χώρου και τις τέχνες του χρόνου, τότε οι τρεις ρυθμικές τέχνες είναι οι κατεξοχήν τέχνες του χρόνου. Ο ρυθμός εκτυλίσσεται εν τω χρόνω. Η ειδοποιός διαφορά της ποίησης με τις άλλες δύο ρυθμικές τέχνες είναι πως χρησιμοποιεί τον λόγο. Ποίηση είναι η υψηλότερη έκφανση του ρυθμικού λόγου. Ποίηση είναι λόγος που δεν περπατά αλλά χορεύει, που δεν μιλά αλλά τραγουδά (ακόμα κι όταν μόνον απαγγέλλεται).

Από την άλλη μεριά, το περίφημο ρητό ut pitura poesis  υπαινίσσεται μια βαθύτερη ομοιότητα ανάμεσα στην ποίηση και τη ζωγραφική. Πράγματι, τόσο η ποίηση όσο κι η ζωγραφική απεικονίζουν.  Η εικονοπλαστική δύναμη  χαρακτηρίζει και των δυο τεχνών την ουσία. Δεν θα δυσκολευόμαστε, άλλωστε, να απαριθμήσουμε κάμποσους ποιητές-ζωγράφους ή ζωγράφους-ποιητές.

Ωστόσο, οι εικόνες της ποίησης και της ζωγραφικής είναι ριζικά διαφορετικές. Η πρώτη διαφορά μεταξύ τους είναι αυτονόητη. Οι εικόνες της ποίησης υφίστανται μόνο στη φαντασία. Οι εικόνες της ζωγραφικής έχουν υπόσταση υλική. Η δεύτερη διαφορά αφορά στον δυναμικό χαρακτήρα της ποιητικής εικονοποιίας, σε αντίθεση με τη στατικότητα που διακρίνει τη ζωγραφική. Στην ποίηση η εικόνα αναπτύσσεται μέσα στον χρόνο. Αν η ζωγραφική αποσπά τις εικόνες από τη ροή του χρόνου, παγώνει τον χρόνο, η ποίηση αποδίδει την αέναη μεταβολή των εικόνων μέσα στον χρόνο.

Η ποιητική εικόνα όμως κάνει πολύ περισσότερα: συνενώνει τις διεστώσες όψεις του κόσμου, συναιρεί το συγκεκριμένο και το αφηρημένο, το αισθητό και το νοητό, το ορατό και το αόρατο. Μέσα σε μια ποιητική εικόνα τέμνονται διαφορετικά επίπεδα του πραγματικού. Σε ετούτο δεν μπορεί να τη μιμηθεί καμιά τέχνη.  Έτσι η ποίηση παρομοιάζει τον πολεμιστή που πεθαίνει με λουλούδι που λυγίζει από τις στάλες της βροχής ( Όμηρος), τους καθρέφτες με παγωμένο νερό ή κάθετες λίμνες

(Μαλλαρμέ, Ρίτσος) το μάτι με ναό της Αθηνάς ( Βαλερύ). Μόνο στην ποίηση ο χρόνος από τον πολύ ουρανό κυλάει ρόδινος (Ελύτης), το κερί της αθανασίας λιώνει (Μαντελστάμ) κι ένα νεκρό αγαπημένο σώμα μεταμορφώνεται σε «αρχάγγελο της παγωνιάς» (Λόρκα).

Επομένως, μπορούμε εξ ίσου να ορίσουμε την ποίηση ως την υψηλότερη μορφή του εικονοπλαστικού λόγου.

Οι δύο αυτοί ορισμοί δε αλληλοαναιρούνται αλλά συμπληρώνονται . Το εικονοπλαστικό και το ρυθμικό στοιχείο αντιπροσωπεύουν τους δύο πόλους της ποιητικής δημιουργίας, που βέβαια, στις επιμέρους πραγματώσεις της σπάνια διατηρούνται ισοδύναμοι, αφού άλλοτε υπερισχύει ο ένας κι άλλοτε ο άλλος.

Βέβαια, η ποίηση, μιας και χρησιμοποιεί τον λόγο,  συμμερίζεται όλες τις δυνατότητές του. Έτσι μπορεί να στοχάζεται, να αφηγείται, να εκφράζει τα πάθη, τις λαχτάρες και τους καημούς των ανθρώπων. Η ποίηση μπορεί να γίνει ο καθρέφτης όλου του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου.

 

Πιστεύω όμως πως οι εικόνες κι ο ρυθμός  (ο ισχυρότερος συμπυκνωτής του λόγου) συνιστούν τα δύο μεγαλύτερα όπλα και θέλγητρα της ποίησης. Όλα τα υπόλοιπα  ( σκέψεις, αισθήματα, ιστορίες κτλ.) μεταμορφώνονται σε ποίηση, όταν τα αγγίξει η μαγεία των ρυθμών  και των εικόνων. Ο στοχαστικός πεζογράφος θα μας πει πως ο θάνατος εμφωλεύει στην ίδια την καρδιά της ζωής. Μόνο όμως ένας ποιητής θα πει «μύρισα τον θάνατο σ’ ένα ρόδο» (Έλιοτ).  Αν συναιρούσαμε τους δύο ορισμούς σε έναν θα λέγαμε πως ποίηση είναι το ρυθμικό όραμα του κόσμου.

 

 

 Ρέκβιεμ για τον ποιητή Μ. Αναγνωστάκη

  Του Γιάννη Π. Τζήκα

Τον γνώρισα τον Ποιητή. Τον Ποιητή της Αντίστασης και των αγώνων, της κριτικής, της εσωτερικής, χαμηλόφωνης ποίησης. Τον γνώρισα από κοντά στις συναθροίσεις του Κ.Κ.Ε. εσωτ. Ψηλός, ευθυτενής, με παχύ μουστάκι και μεγάλα γυαλιά μυωπίας, αρχοντική προσωπικότητα. Στις κομματικές συναθροίσεις καθόταν συνήθως πίσω πίσω, λίγες φορές μιλούσε και ο λόγος του καίριος, ποιητικός και κριτικός. Το 1986 τον κάλεσα να μιλήσει στους μετεκπαιδευόμενους δασκάλους στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Κι ενώ είχαμε «κλείσει», κάτι σημαντικότερο του έτυχε και δεν ευοδώθηκε η ποιητική συνάντηση. Μου συνέστησε όμως έναν φίλο του, άξιο λογοτέχνη και μελετητή της λογοτεχνίας, τον Κ. Κουλουφάκο και μ’ αυτόν πραγματοποιήθηκε η συνάντηση.

Ο Μ. Αναγνωστάκης δεν αποδέχθηκε ποτέ το χαρακτηρισμό «ποίηση της ήττας» (χαρακτηρισμός που υπονοεί την ήττα της Αριστεράς), που συμπεριελάμβανε κι αυτόν. «Δεν παραδέχομαι την ταμπέλα «ποίηση της ήττας» ή όπως αλλιώς», και εξηγούσε «θα προκαλούσα να αντιπαραθέσουμε μια άλλη ποίηση της εποχής που θα τη βαφτίζαμε «ποίηση της νίκης» ή έστω «ποίηση της μη ήττας». Εγώ τέτοια ποίηση δε βλέπω…». «Δεν παραδέχτηκα ποτέ την ήττα», λέει σε κάποιο στίχο του. «Δε μου ταιριάζει ή δεν είναι στην προτίμησή μου η διανοητική, άμεση, αντιλυρική ποίηση. Εγώ προτιμώ περισσότερο τους φανταιζίστες ποιητές, τους λυρικούς, τους απογειωμένους, αλλά ποτέ τους φλύαρους και τους μεγαλόστομους των μεγάλων δεδηλωμένων προθέσεων…Πιστεύω πως η ζωή τραβάει την ανηφόρα, αλλά όχι πάντα με σημαίες και με ταμπούρλα», δήλωνε σε συνέντευξή του.

Ήταν μεγάλος ποιητής ο Αναγνωστάκης, ποιητής που «κάρφωνε σαν πρόκες τις λέξεις» στα ποιήματά του, και πολλοί νεότεροι επηρεάστηκαν απ’ αυτόν. «Δεν ήταν μόνο ποιητής, αλλά κι ένας άγρυπνος στοχαστής που έπιανε τα μηνύματα των καιρών και τα μετουσίωνα σε ποίηση και κριτικά δοκίμια. Γι αυτό ήταν μεγάλος. Ήταν σημαιοφόρος της ανανέωσης σε όλους τους τομείς και σε ιδέες και σε πρακτικές», δήλωσε ο Λ. Κύρκος στην Ελευθεροτυπία (24-6-05). Και αγωνιστής, ο Μανόλης, από πολύ νέος εντάχθηκε στο κίνημα της Αριστεράς και πάντα παρόν στις μεγάλες εθνικές στιγμές: της Κατοχής, της Αντίστασης και της εφτάχρονης δικτατορίας. Ήταν ο νέος, στη φοιτητική διαδήλωση του 1943, στη Θεσσαλονίκη, που άρπαξε στον αέρα την ελληνική σημαία που του πέταξε από το μπαλκόνι ο καθηγητής φιλοσοφίας, Χαρ. Θεοδωρίδης, και πανήψυλος, σημαιοφόρος προπορεύονταν της διαδήλωσης με τη γαλανόλευκη και πίσω του μυριάδες οι κόκκινες σημαίες.

Τα τελευταία χρόνια, πάνω από είκοσι, είχε επιλέξει τη σιωπή. «Αισθάνομαι φίλαθλος αυτή τη στιγμή και όχι αθλητής, και μερικές φορές, ομολογώ, αρκετά κουρασμένος φίλαθλος». Επέλεξε, λοιπόν, τη σιωπή μέχρι το τέλος της ζωής του. Μα και με τη σιωπή, πιστεύω, πως μας μιλούσε. Και ίσως είναι ο καλύτερος τρόπος για να μιλήσεις στις άγριες ημέρες μας. Και με τη σιωπή του μια «ιαχή βυθού» μας πρότεινε, να αλλάξουμε μέσα μας, να καλαφατίσουμε τις εσωτερικές μας δυνάμεις, να αναζωογονηθούμε, για νάρθει καιρός να πάρει μπροστά η μηχανή των νέων ιδεών και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Σε μια εποχή που συχνά ωθεί τους νέους μας στο συμβιβασμό, στην ιδιοτέλεια και στον ατομικισμό, ο Μ. Αναγνωστάκης μας άφησε πολύτιμη κληρονομιά τις αξίες της συλλογικότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ειρήνης και της αλληλεγγύης. Με το έργο του «…ανάβει μικρές πυρκαγιές, χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας».

Στο παιδί μου

 

 

 Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και το πιστό σκυλί

Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ

Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι

Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω

Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά!

 Μ. Αναγνωστάκης, Ποιήματα, εκδ. Νεφέλη

 

Ποίηση και άνοιξη

 

 21-3-05, ήταν η παγκόσμια ημέρα Ποίησης. Κι αυτή τη μέρα τη θυμούνται, αν και δε χρειάζεται γι αυτούς, γιατί δεν περιμένουν αυτή τη μέρα να την τιμήσουν, όσοι ευαίσθητοι πολύ που βαθιά αγαπούν και βαθιά πονούν. Για την ποίηση λοιπόν γράφω αυτές τις σκέψεις:

«Ποίηση είναι τα ωραία κρυμμένα δάκρυα που κοσμούν το στίχο», «Η ποίηση γνωρίζει όλους τους δρόμους, διαλέγει όμως τον πιο αφνίδιο», «Η ποίηση είναι μια διαρκής επανάσταση υπάρξεως», …και γενικώς «Η λογοτεχνία συντηρεί το ατομικό μας δικαίωμα στη σοφία της ζωής, που δεν αναγνωρίζεται εύκολα από την κοινωνία».

 Μα ..ήρθε και η άνοιξη…

 

 

 «Ο Απρίλης – φημισμένος κηπουρός –

πήδηξε το πρωί στο χέρσο κήπο μου

κι ένα εξαίσιο έμπηξε τριαντάφυλλο.

Η άνοιξη κρυμμένη πίσω από το τριαντάφυλλο

βλέπει την έκπληξή μου και γελάει

ενώ με την απέραντη χαρά μου

παρασημοφορεί το μάγο κηπουρό»

 

Κική Δημουλά

 

10 Θέσεις για την Ποίηση

 

 

 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΡΟΥΛΗΣ

 

 

  1. Όταν χρειάζεται να έχουμε θέσεις υπεράσπισης για την ποίηση, τότε τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά έως κρίσιμα.

 

  1. Τα πράγματα μοιάζουν να είναι χωρίς ελπίδα, όταν αρχίζουμε και γιορτάζουμε για την ποίηση με το πρόσχημα της ιδιαιτερότητας και την πίεση της ανάγκης, ενώ θέλουμε να ζητήσουμε βοήθεια ή να ξορκίσουμε το κακό.

 

  1. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, ίσως θα έπρεπε να συνδυαστεί η ενίσχυση της απόρου κορασίδος που λέγεται μούσα με μία ημέρα εναντίον του μυθιστορήματος και της τηλεόρασης. Ένα είδος αποτοξίνωσης  από τη χοληστερόλη της πλοκής και το αφιόνι της εικόνας.

 

  1. Μας λένε: ποίηση είναι ο αρχέγονος ρυθμός· ποίηση είναι η ακμή της φαντασίας· ποίηση είναι η λεπτότητα των αισθημάτων και η εξαΰλωση της σκέψης. Και η ηχώ απαντά: ποίηση είναι αυτό που όλοι υποστηρίζουν αλλά με το οποίο κανείς δεν θέλει να έχει στενές σχέσεις, όλοι εκτιμούν αλλά κανείς δεν αγαπά υπερβολικά.

 

  1. Όσοι έχουν αποδεχτεί την ποίηση σε μόνιμη εξορία έχουν πολλά γιατροσόφια για την απουσία της: το καλό λαϊκό τραγούδι, τις μαντινάδες, τις αναμνήσεις από τις σχολικές εορτές, την ευπροσηγορία της Κικής Δημουλά, κάποιον συγγενή που έγραφε κι αυτός, αλλά τον αδίκησε το πνευματικό κατεστημένο, μαζί με τη βέβηλη χήρα του.

 

  1. Όταν δεν γνωρίζουμε πώς να ξεμπλέξουμε με την ποίηση την αναγορεύουμε ακαδημαϊκό, την ξαποστέλνουμε μονίμως στη γενιά του ’30, την αναθέτουμε στους πανεπιστημιακούς, καταφεύγουμε στην ένδοξη γενεαλογία της (ορισμένοι πάνε πολύ μακριά πίσω, στον Όμηρο, άλλοι πάλι αρχίζουν από τον Σολωμό ή τον Καβάφη και δώθε).

 

  1. Την ποίηση δεν την αγοράζουν οι πολλοί. Είναι μια αγαπημένη μονίμως στα αζήτητα. Οι ποιητές είναι οι πλέον χριστιανοί από τους γράφοντες. Επενδύουν στην απώλεια, προσφέρουν άνευ ανταλλάγματος. Ζουν με τον μύθο της αιωνιότητας. Ταυτίζονται με την απλή ελπίδα του λόγου. Δεν διανοούνται ότι υπάρχει καπιταλισμός της γραφής.

 

  1. Αν στο μυθιστόρημα θριαμβεύει το ευπώλητο και στην τηλεόραση το αιματηρά επίκαιρο, στην ποίηση δυναστεύει το παρελθόν. Όποιος δεν διαβάζει ποίηση έχει πάντα έναν καλό λόγο να πει για κάποιον πεθαμένο ποιητή ή για την ποίηση εν γένει. Οι πιο αισιόδοξοι συστηματοποιούν το μέλλον σε γενιές για να τις στεγάσουν με την κληρονομιά των προγόνων. Οπότε προκύπτουν τα γραμματολογικά knorr του ’70, του ’80 και, όπου να ’ναι, του ’90 και του 2000.

 

  1. Συχνά οι ποιητές ισχυρίζονται ότι δεν έχουν ανάγκη το κοινό, ότι από μόνη της η ποιητική γραφή αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου. Πρόκειται όντως για μια στάση αριστοκρατικής αξιοπρέπειας, που δεν αρκεί ωστόσο για να κρύψει το γινάτι του αποκλεισμένου. Σήμερα, που γιορτάζουμε για την ποίηση, δεν έχουμε ξεκαθαρίσει αν κάνουμε μνημόσυνο ή αν συμμετέχουμε σε μια απόπειρα μύησης για κάτι που πρόκειται να έρθει.

 

  1. Η ποίηση με τη μορφή που τη γνωρίζουμε ή την ξέραμε πέθανε. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι μπροστά μας έχουμε ένα εξαίσιο πτώμα. Μόνο μια τέτοια παραδοχή επιτρέπει να συλλογιστούμε ένα καινούργιο μέλλον για την ποίηση, να σχεδιάσουμε τη δυνατότητα ενός άλλου ορίζοντα. Δεν πρόκειται για παραδοξολογία ούτε για προκλητική εξυπνάδα. Μόνο η επίγνωση ότι η ποίηση, όπως διακινείται κατά κανόνα, είναι σήμερα «αδύνατη», μπορεί να σώσει την ποίηση. Το «αδύνατον», ως υπόθεση εργασίας, μπορεί να αποβεί εξαιρετικά δημιουργικό. Γιατί η  μελέτη της ήττας μπορεί να θεμελιώσει μια καινούρια ποιητική ουτοπία. Ένα πρόγραμμα ανατροπής ή ένα πρόταγμα επανάστασης.

 

Η ποίηση πέθανε! Ζήτω η ποίηση!

 

Όσο για τον ποιητή- νυμφίο- εραστή, αυτόν, όταν δεν τον σκοτώνουν, τον εξορίζουν ή τον φιμώνουν με χίλιους δυο τρόπους.

Και βέβαια θεωρώ ποιητές- εραστές:

Τον Κρίσνα (που τον σκότωσαν «κατά λάθος»).

Τον Ησίοδο (που τον δολοφόνησαν γιατί αποπλάνησε μια κόρη»).

Τον Σωκράτη (που τον φαρμάκωσαν γιατί «έφερνε καινούριους θεούς και διέφθειρε τη νεολαία»).

Τον Μεγαλέξανδρο (που τον δολοφόνησαν γιατί αξίωνε το σεβασμό προς όλες τις φυλές κι ακόμη αξίωνε απ’ όλους, και κυρίως απ’ τον εαυτό του, το φιλοσοφικώς και ποιητικώς, το ερωτικώς κι εν τέλει, το θεϊκώς ζην).

Τον Ιησού (που τον σταύρωσαν γιατί «διέλυε τις οικογένειες και τη θρησκεία»).

Τον Μανσούρ Αλ Χάλλατζ (που τον κομμάτιασαν γιατί «ήταν αιρετικός και θεοποίησε τον εαυτό του»).

Τον Ίμπν Ελ Αράμπι (που επανειλημμένα θέλησαν να δολοφονήσουν, γιατί έλεγε ότι «θρησκεία μου είναι ο έρωτας» και πως «το πρόσωπο του θεού μπορείς να το δεις παντού, όπως λ. χ. σε μιαν ωραία γυναίκα»).

Τον Σαμψουντίν (που τον δολοφόνησαν, γιατί «διέφθειρε» το Μελβανά Τζελαλουντίν Ρουμί).

Τον Ανδρόνικο Κομνηνό (που τον βασάνιζαν επί έξι μέρες γιατί έδωσε προνόμια στο λαό και κυρίως, γιατί, σαν άλλος Διόνυσος, στεφανωμένος με κισσό, έφευγε συχνά προς το Βόσπορο, συνοδευόμενος από γυναίκες).

Τέλος τον Λόρκα (που τον εκτέλεσαν γιατί «διέφθειρε» την ισπανική κοινωνία»), κι ακόμα τον Παζολίνι και τον Τζων Λένον (που τους δολοφόνησαν, θεωρώντας τους λίαν επικίνδυνους για την ιταλική και παγκόσμια- βυθισμένη στην άγνοια, στην απληστία, στην αδικία, στην ασχήμια και στο έγκλημα- «άρχουσα» τάξη).

…Ακόμα, δια του έρωτος, δημιουργείται ο πιο φημισμένος πόλεμος που γνώρισε ποτέ το ελληνικό σύμπαν (ο Τρωικός πόλεμος)…..

Και βέβαια  δεν είναι τυχαίο που μεγάλοι ποιητές τελειώνουν το ποιητικό τους έργο με την ένωση των δύο κυρίαρχων και συμπληρωματικών στοιχείων του σύμπαντος, του αρσενικού και του θηλικού:

Ο Ντάντε ενώνει το φως με το τριαντάφυλλο, έτσι που το δαντικό σύμπαν γίνεται ένα τριαντάφυλλο από το φως.

Ο Έλιοτ, πάλι, ενώνει τη φωτιά με το τριαντάφυλλο. Να πώς τελειώνουν τα τέσσερα Κουαρτέτα:

 

Κι όλα θα παν καλά και

κάθε είδους πράγμα θ’ αποβεί καλό

όταν οι γλώσσες από φλόγα διπλωθούν

μες στον στεφανωμένο κόμπο (ή μπουμπούκι) της φωτιάς

κ΄ η φωτιά και το ρόδο γίνουν ένα.

 

Όσο για το Σεφέρη, αυτός στο τέλος των Ποιημάτων του, ενώνει τον «ακατανίκητο ήλιο» της μακρύτερης μέρας, με το εκατόφυλλο ρόδο, που τα πέταλά του αποτελούνται από τα λαμπυρίσματα της θάλασσας του Θερινού Ηλιοστασίου:

 

Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι εκείνα ακόμα που δεν πέρασαν

πρέπει να καούν

τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος

στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.

 

πλώς, περί ποιήσεως…

Του Βασίλη Ρούβαλη

Η ποίηση είναι το έναυσμα, η σιωπηλή αφορμή, το μεταφυσικό υπέρ και κατά˙ είναι ακόμη το αντίδοτο, η ζυγαριά για την ηθική, την ποιητική ηθική που τόσο ξεχάστηκε εσχάτως. Η λεγόμενη παγκόσμια οικονομική κρίση ανασύρει, αναπόφευκτα ή ευκτέα, άλλες αξίες και δυναμικές τις οποίες ο ποιητικός λόγος πρεσβεύει αναφανδόν. Κι εφόσον ο ποιητής καλείται (ας ειπωθεί ότι και οφείλει) να «παραβιάζει τον χρόνο», κατά πώς θα σημείωνε εμφαντικά για την τρέχουσα πραγματικότητα ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, αξίζει να γίνει μια περαιτέρω μνεία στην πρόσφατη πρωτοβουλία να συσπειρωθούν ποιητές και ποιητικές ενώπιοι ενωπίω με την ελληνική εκδοχή της οικονομικής και, κυρίως, πολιτικής-κοινωνικής κρίσης. «Της Ιστορίας το σώμα / Ακόμα / Στα επείγοντα αζήτητο», γράφει η Παυλίνα Παμπούδη, ανάμεσα στους άλλους 27 ποιητές που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του (.poema..). Αλλ’ αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία, ωστόσο, είναι το γεγονός πως η ποίηση -έστω κι αν παραγκωνισμένη σχεδόν από το σύνολο των ΜΜΕ- έμπρακτα δηλώνει «παρών», εξανίσταται ή έστω διαμαρτύρεται ήπια. Στην περίσταση του περασμένου Δεκεμβρίου η συμβολή των ποιητών, με μοναδικό όπλο τους στίχους τους, ξεπέρασε τον πολιτικό καθωσπρεπισμό, τοποθετήθηκε απέναντι στον συνήθη εφησυχασμό της κοινής γνώμης, νοηματοδότησε λίγο περισσότερο την ουτοπία, η οποία κατά τονErnst Bloch συμφωνεί με την πραγματικότητα «χωρίς να χάνει τη θέα του ιδεώδους…». Ο Τάσος Λειβαδίτης τονίζει την αισιοδοξία λέγοντας πως «κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη της αντιξοότητες, αλλά απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό». Σε πλήρη σύμπνοια και η νεοεμφανιζόμενη Ναταλία Κατσού, με το πρόσφατο βιβλίο της «Μαγωδός» (εκδόσεις Καστανιώτη), η οποία σημειώνει σε παρένθεση: «(κάθε σιωπή εκρήγνυται κάποτε)», αλλά και ο Γιώργος Βέης: «Επειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει / πρέπει τώρα ν’ αρχίσουμε να γράφουμε όλο και περισσότερα ποιήματα / για να καθαρίσουμε το τοπίο…» αλλά και ο Juan Goytisolo: «Στη λεγόμενη σύγχρονη εποχή η αληθινή ποιητική αλλαγή έρχεται τώρα, ανεξάρτητα από το όνομα που θέλουμε να της δώσουμε» («Ημερολόγιο 360 μοίρες», μτφρ.: Χριστίνα Θεοδωροπούλου, εκδόσεις Scripta 2003). Το ερώτημα τίθεται αναπόφευκτα. Οφείλουμε να παραμορφώσουμε λίγο την πραγματικότητα, να τη στρεβλώσουμε για να μας αποκαλύψει μια νέα διάσταση του χώρου και του χρόνου; Ο Ντανίλο Κιςαπαντάει απλοποιητικά: «Η μεταμόρφωση των ανθρώπων και των αντικειμένων είναι η συνέπεια μιας εφόδου εσωτερικών εικόνων…». Οπως και ο Οσίπ Μαντελστάμ με άλλα λόγια, ανακατευθύνοντας το σκεπτικό προς την ποίηση, σημειώνοντας ότι «…αυτά που τώρα λέω, δεν τα λέω εγώ / Αλλά κάτι που βρέθηκε στη γη, όπως οι σπόροι πετρωμένου σταριού». Κι ο λόγος αξίζει να δοθεί πάλι στη Μαρίνα Τσβετάγιεβα, αυτή τη φορά στις εξομολογήσεις της (στην εξαιρετική έκδοση «Μια ζωή μέσα στη φωτιά», μτφρ.: Μάρω Κάτσικα & Ανδριάνα Χάχλα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2008), στοχάζεται γύρω από την ποίηση, την οποία θεωρεί «μια λέξη γενικά ένδοξη και νεφελώδη». Και αναρωτιέται «γιατί ονομάζετε ποίηση (άλλοι το ονομάζουν μουσική) το καλύτερο πράγμα στον άνθρωπο και τον κόσμο; Ο Θεός μέσα στον άνθρωπο, μάλιστα. Μα αυτό είναι κάτι ασύγκριτα μεγαλύτερο και σαφέστερο. Ο Θεός υπάρχει μέσα σας, αλλά όχι η ποίηση. Η ποίηση θα γεννηθεί όταν τον φανερώσετε μέσα σε στίχους…». Είναι η αιώνια ηχώ, η καμία γλώσσα, το σκοτείνιασμα και το φως, είναι η ποίηση.

Οδυσσέας Ελύτης, «Οι ποιητές»

Τι να σας κάνω μάτια μου και σας τους Ποιητές

που μου καμώνεστε τις ψυχές τις αήττητες

Και χρόνια περιμένετε κείνο που δεν περίμενα

όρθιοι στη σειρά σαν αζήτητα αντικείμενα…

Δεν πα’ να σας φωνάζουν- ούτ’ ένας σας δεν απαντά

έξω χαλάει ο κόσμος καίγονται τα σύμπαντα

Τίποτα, σεις διεκδικείτε- να ‘ξερα με τι νου-

τα δικαιώματά σας επί του κενού!

Σε καιρούς λατρείας του πλούτου ω της αμεριμνησίας

αποπνέετε το μάταιο της ιδιοκτησίας

Κι ο Αντιφωνητής:

Εις θέσιν- εν! Συμπέρασμα κανέν-

α. Τους ζυγούς λύσατε.

Τα κορίτσια φιλήσατε.

Κάνε άλμα/ πιο γρήγορο απ’ τη φθορά.

(Ο Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)

Ν. Εγγονόπουλος, «Ποίηση 1948»

Τούτη η εποχή/ του εμφυλίου σπαραγμού

δεν είναι εποχή/ για ποίηση/ κι άλλα παρόμοια:

σαν πάει κάτι/ να γραφεί/ είναι ως αν

να γράφονταν/ από την άλλη μεριά

αγγελτηρίων θανάτου/ γι αυτό και

τα ποιήματά μου/ είναι τόσο πικραμένα

(και πότε- άλλωστε- δεν ήσαν;)

κι είναι/- προ πάντων- και τόσο λίγα.

(Ν. Εγγονόπουλος, Ποιήματα, τ. Β’, εκδ. Ίκαρος)

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ο συνένοχος ή [Είμαι ο ποιητής]»

Με σταυρώνουν κι εγώ πρέπει να ‘μια τα καρφιά κι ο σταυρός.

Μου προσφέρουν το ποτήριο και πρέπει εγώ να ‘μια το κώνειο.

Μ’ εξαπατούν και εγώ πρέπει να ‘μια ψέμα.

Με καίνε και πρέπει εγώ να ‘μια η κόλαση.

Οφείλω να μεγαλύνω και να ευλογώ την κάθε μια στιγμή του χρόνου.

Τροφή μου είναι το καθετί.

Το ακριβές βάρος του σύμπαντος, η ταπείνωση, η δοξολογία.

Πρέπει να συγχωρώ αυτόν που με πληγώνει.

Η ευτυχία μου ή η δυστυχία μου δεν έχουν σημασία.

Είμαι ο ποιητής.

(«Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα», εκδ. Ελληνικά γράμματα)

Αντρέ Βελτέρ, τιμώμενος ποιητής στην «13η Άνοιξη της ποίησης» στη Γαλλία (7-21 Μάρτη 2011): «Η ελληνική ποίηση είναι μοναδική»!…

Ο Αντρέ Βελτέρ είναι ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους ποιητές της Γαλλίας (βραβεία Γκονκούρ και Μαλαρμέ). Στην ποίησή του εκφράζει τις εμπειρίες του από πολυάριθμα ταξίδια στον κόσμο και τις εσωτερικές του περιπλανήσεις. Διευθυντής της συλλογής «Ποίηση» των εκδόσεων Gallimard, έχει προσφέρει πολλά στη διάδοση της ξένης ποίησης και ιδιαίτερα της ελληνικής. Εξέδωσε μια ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης και μια συλλογή της Κικής Δημουλά. Η ελληνική ποίηση αντιπροσωπεύεται και στην «Ανθολογία Μεσογειακής Ποίησης».

«Η ποίηση της Ελλάδας και της Πορτογαλίας έχουν μια τεράστια ποικιλία έκφρασης, με προσωπικότητες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους», μας λέει. «Για μένα ποιητής είναι αυτός που δεν μοιάζει με κανέναν, κάτι που υπάρχει στην ελληνική σύγχρονη ποίηση και με αγγίζει εξαιρετικά».

Ποιες είναι οι αξίες της ελληνικής ποίησης για σας;

Υπάρχει μια συνέχεια της ποιητικής πνοής και της λυρικής έκφρασης. Μετά τους μεγάλους ποιητές, Ρίτσο, Σεφέρη, Ελύτη, ο «χρυσός αιώνας της ποίησης» συνεχίζεται. Η Ελλάδα δεν είναι οποιαδήποτε χώρα, είναι ο θεμέλιος λίθος του δυτικού πολιτισμού. Γνωρίζω πολύ καλά και αγαπώ τη χώρα σας, νιώθω «ενταγμένος» στο ελληνικό μεσογειακό περιβάλλον, σε έναν τρόπο σκέψης και ζωής. Βρίσκω ομοιότητες με χώρες όπως η Ινδία όπου ταξιδεύω πολύ συχνά, υπάρχει ένας σύνδεσμος ανάμεσα στους μεγάλους μύθους. Το αισθάνθηκα στην Ολυμπία, στη Δήλο. Στη σύγχρονη ελληνική ποίηση υπάρχει η πνοή, η λυρική και επική διάσταση που είναι θεμελιώδεις αξίες στον ποιητικό λόγο. Σημαντική είναι επίσης η συνέχιση της παράδοσης της μελοποιημένης ποίησης, ξεκινώντας από το ρεμπέτικο μέχρι τις έντεχνες συνθέσεις. Θεωρώ πολύ σημαντικό το να εκφράζει η ποίηση τη μουσικότητα της γλώσσας. Αυτό έχει επιτευχθεί στην Ελλάδα».

«Δεν είμαι υπέρ της στρατευμένης ποίησης, γιατί διακινδυνεύουμε να περάσουμε στον χώρο της δημοσιογραφίας ή να κάνουμε ρητορική. Είμαι υπέρ της ποίησης που εκφράζει την εξέγερση, την επανάσταση και που αποδίδει ό,τι μας αγγίζει σε σχέση με μεγάλα κοινωνικά κινήματα. Ζούμε σε μια εποχή ατιμίας, με κλίκες και μαφίες στην εξουσία, όχι μόνο στις αραβικές χώρες, αλλά και στην Ιταλία και, ίσως, στη Γαλλία. Η λέξη «δημοκρατία» έχει τόσο διαβρωθεί που δεν ξέρουμε πια αν σημαίνει κάτι. Ο ποιητής μπορεί να το εκφράζει αυτό. Το πρόβλημα, όμως, είναι με ποια ποιητική φόρμα».

(Της Ήρας Φελουκατζή από την Ελευθεροτυπία)

-Η ποίηση μοιάζει ανάρρωση γλυκιά με απουσίες δικαιολογημένες…
Με τέσσερις αισθήσεις γυρίζει ή με έξι
ραβδοσκοπώντας φλέβες του ουρανού
ώσπου σκοντάφτει στον προτελευταίο στίχο…
Ο τελευταίος στίχος δεν μένει πάντα τελευταίος.
Κάποτε γίνεται πρώτος στίχος ενός ποιήματος
που γράφει κάποιος αναγνώστης
( Μιχάλης Γκανάς)

-Ένα ποίημα της Emily Dickinson

Ποίησις είναι να κοιτάζεις
τον καλοκαιρινό ουρανό .
Χωρίς γι’ αυτό να γράφουν τα βιβλία .
Τ’ αληθινά ποιήματα διαφεύγουν.
(Μετάφραση : Πέτρος Α. Δήμας )

«Αμ’ οι ποιητάδες; Αρσενικές Πυθίες, που κουβεντιάζουνε με τους Θεούς σαν παλιοί κουμπάροι…Μεσάτοι, κουνιστοί και με κομμένα μάτια, κει που περπατάνε σκορπίζοντας αρώματα και χάχανα καμπανιστά, σταματάνε ξαφνικά, γουρλώνουνε τα μάτια και κοιτάζουνε τ’ άστρα μέρα μεσημέρι. Κείνη τη στιγμή κατεβαίνουν άγγελοι των Θεών και τους καλούνε στον Όλυμπο της Μωρίας!… Εκεί μεθάνε κ’ εδώ χρησμολογούνε. Με τα μάτια των στίχων μας λυτρώνουν από τα δεσμά της ματαιότητας. Αφτοί δίνουν αιωνιότητα σ’ ότι αγγίσουνε με την πνοή τους. Χάρη σ’ αφτούς ο κόσμος γίνεται καλύτερος και βασιλέβουνε στη γης η ψυχή κι ο Θεός!»(Κ. Βάρναλης: Η αληθινή απολογία του Σωκράτη)

-(Η ποίηση δεν είναι πλούσιο τραπέζι)

Η ποίηση δεν είναι πλούσιο τραπέζι
γεμάτο εξαίσια εδέσματα•
δεν είναι γοργοτάξιδο καράβι
προορισμένο να διασχίσει πλησίστιο
θάλασσες και ωκεανούς…

Η ποίηση είναι απλή
σαν τον σπουργίτη που έρχεται στο τζάμι μας,
επισκέπτεται αρκετούς,
όμως συμβόλαια διαρκείας υπογράφει μόνο κατ’ εξαίρεσιν
και ουδέποτε αποκλειστικά.
(Αξελός Λουκάς)

                   

https://itzikas.wordpress.com/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%82/

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

cypriota

feel more think less. great quote