Βλάσης Γαβριηλίδης, ο πρωτοπόρος Δημοσιογράφος

Ο Βλάσης Γαβριηλίδης στέγασε στην «Ακρόπολι» τα καλύτερα ονόματα της πνευματικής ζωής της εποχής του.

Ε​​ορτάζοντας έναν αιώνα ζωής, η ΕΣΗΕΑ, που ιδρύθηκε το 1914 με αφορμή τον έρανο μεταξύ δημοσιογράφων για να καλυφθούν τα έξοδα της κηδείας ενός απόρου συναδέλφου κι έφερε την ονομασία «Ενωσις Συντακτών Αθηναϊκών Εφημερίδων», εξέδωσε το ετήσιο ημερολόγιό της (είχε προηγηθεί η έξοχη έκδοση, αφιερωμένη στον Μέντη Μποσταντζόγλου-Μποστ). Στις σελίδες του ανθολογείται η ζωή και το έργο του Βλάσιου (Βλάση) Γαβριηλίδη (1848-1930), εκ Κωνσταντινουπόλεως ορμωμένου, μαθητεύσαντος στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και με σπουδές στη Λειψία, ο οποίος με την εφημερίδα «Ακρόπολις» (έτος ιδρύσεως 1883) θα χαράξει πρώτος τη λεωφόρο της έντυπης δημοσιογραφίας στην Ελλάδα.

Ο Γαβριηλίδης, πνεύμα αδέσμευτο και μαχητικό (δεν θα διστάσει να έρθει σε αντιπαράθεση με τον Ελ. Βενιζέλο και την Κ. Παρρέν, ενώ θα υποστεί τις συνέπειες των «Ευαγγελικών»), υπήρξε, κατά γενική ομολογία, ένας πρωτοπόρος του Τύπου και της δημόσιας γραφής, στεγάζοντας στην «Ακρόπολι» τα καλύτερα ονόματα της πνευματικής ζωής της εποχής του, όπως τον Α. Παπαδιαμάντη, τον Κ. Παλαμά, τον Κ. Ουράνη, τον Ζ. Παπαντωνίου, τον Μ. Μητσάκη, τον Στρ. Μυριβήλη, τον Ν. Καζαντζάκη και πολλούς άλλους, ενώ ήδη είχε φροντίσει για τον κατάλληλο τεχνικό εξοπλισμό της εφημερίδας, εισάγοντας πρώτος λινοτυπικές μηχανές και κυλινδρικό ταχυπιεστήριο, εμπλουτίζοντας την ύλη με καινοτόμους προσεγγίσεις, ανταποκρίσεις, ρουμπρίκες και στήλες.

Ομως, την έκπληξη δεν την προκαλεί τόσο ο επιβεβλημένος φόρος τιμής της ΕΣΗΕΑ προς αυτόν, όσο ένα βιβλίο που έρχεται από την περιφέρεια, καθώς εκδόθηκε σε ανύποπτο χρόνο στη Λάρισα. Πρόκειται για το κείμενο του Βλάσιου Γαβριηλίδη «Ανά την Θεσσαλίαν», ενταγμένο στη σειρά «Terra Incognita-Περιηγήσεις», που διευθύνει ο Τάσος Τίλιος, σε επιμέλεια (προοίμιο, εισαγωγή, σχόλια) των Κ. Γιαννούλου-Γιαννουκάκη και Γ. Α. Σακελλίωνα (Περιφερειακές εκδόσεις Ελλα, 1998). Πρόκειται, όπως επισημαίνεται στο «Προοίμιο», για ένα «από τα πρώτα δείγματα της ελληνικής ταξιδιωτικής ειδησεογραφίας (reportage), ως παρακλάδι της νεότερης ταξιδιογραφίας», ένα δύσκολο είδος που κινείται μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας με σημαντική παράδοση (ακόμα και) στην Ελλάδα. Εδώ ο Γαβριηλίδής, μπον βιβέρ και «βιβλιομανής εκ φύσεως», ταξιδεύει, αλλάζοντας τον αρχικό του προορισμό – μαζί του κι ο αναγνώστης, που μετατρέπεται σε συνεπιβάτη (στο πλοίο και στο τρένο) και σε συνοδοιπόρο, όπως περιηγείται στα μέρη των Κενταύρων και των Καραγκούνηδων και στις πόλεις που ύμνησε 62 χρόνια αργότερα ο Βασίλης Τσιτσάνης στο «Ταξίδι στην Ελλάδα»: στον «μελαγχολικό» Βόλο, στη «Λάρισσα των δύο χιλιάδων οικοδομών και των εικοσιπέντε μιναρέδων», στα «αντίζηλα» Τρίκκαλα, στην πτωχή Καλαμπάκα, στα Μετέωρα «εν ομίχλη, φαινόμενα και κρυπτόμενα». Είναι οι φευγαλέες εντυπώσεις, το διεισδυτικό βλέμμα και το ύφος της γλώσσας, η αίσθηση, αλλά και η εμπειρία, ο ρυθμός («όλα εν ταχύτητι, εν σπουδή, εν στιγμαίς») και οι εναλλαγές του χρόνου και της προοπτικής, που προσδίδουν στο κείμενο μια κινηματογραφική, άλλοτε λαογραφική και άλλοτε κοσμοπολίτικη, πρόσληψη, συνθέτοντας ένα μοναδικό «ντοκυμανταίρ με λέξεις».

Το οδοιπορικό του Βλ. Γαβριηλίδη, ευρωπαϊκό και ταυτόχρονα βαθιά ελληνικό, προοικονομεί τα «Παρισινά Γράμματα» του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τις ανταποκρίσεις του Κώστα Βάρναλη από το Παρίσι και τα ταξιδιωτικά κείμενα της Ελένης Βλάχου. Ταυτόχρονα καλλιεργεί γόνιμα το έδαφος για τα μυθιστορήματα του Μ. Καραγάτση και του Γ. Μαρή, που διαδραματίζονται στον θεσσαλικό κάμπο, όταν το «χώμα βαφόταν κόκκινο» και η Ελλάδα ολοκληρωνόταν εθνικά-γεωγραφικά.

Απο την Καθημερινή

Bλάσης Γαβριηλίδης: O δημοσιογράφος που δεν λύγισε ποτέ

«O δημοσιογράφος», έλεγε ο  Γαβριηλίδης, «εις τας περιπτώσεις των εσωτερικών και εξωτερικών ειδήσεων, δέον να έχη δύο τινάς βάσεις, απο τας οποίας έχει καθήκον να εξορμά πάντοτε, σκεπτόμενος, γράφων, εκδηλούμενος. Αι βάσεις αύται είναι: Διαφώτισις και Διδαχή των αναγνωστών του. Εις τας δύο αυτάς λέξεις περιλαμβάνονται ευρύταται έννοιαι. Δηλαδή, όταν λέγωμεν Διαφώτισις πρέπει να εννοούμεν: Εξερεύνησις, ανεύρεσις, εξακρίβωσις και δημοσιότης της αληθείας. Oταν δε λέγωμεν Διδαχή πρέπει να εννοούμεν: Καθοδήγησιν, υπόδειξιν, βοήθειαν προς τους αναγνώστας μας, ίνα επι της ειδήσεως την οποίαν του δίδομεν κάμουν μόνοι των ηθικάς και ορθάς σκέψεις και καταλήξουν ασυναισθήτως εις ορθά και ηθικά συμπεράσματα».

O Γαβριηλίδης γεννήθηκε στην  Κωνσταντινούπολη το 1847. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και με υποτροφία του βαρόνου Σίνα  συνέχισε τις σπουδές στη Λειψία της Γερμανίας στις πολιτικές επιστήμες και τη φιλοσοφία.

Πώς έστησε τους χωροφύλακες

Το 1879 εξέδωσε στην Κωνσταντινούπολη την “Oμόνοια” και κατόπιν τη “Μεταρρύθμιση” όπου  ένα επαναστατικό και ανατρεπτικό άρθρο  του προκάλεσε την οργή το σουλτάνου. Παραπέμφθηκε σε δίκη και καταδικάσθηκε ερήμην σε θάνατο. Oταν οι τσανταρμάδες πήγαν να τον συλλάβουν τον βρήκαν στο τυπογραφείο να κάθεται ατάραχος. Μόλις τους είδε κατάλαβε αμέσως τι ήθελαν αλλά δεν έχασε την ψυχραιμία του.

– «Πού είναι ο Γαβριηλίδης», ρώτησε ο αξιωματικός.

– «Κι εγώ αυτόν περιμένω», απάντησε αδιάφορα. Κάθισε μαζί τους, συζήτησε, αστειεύτηκε και μετά σηκώθηκε απο την καρέκλα λέγοντας: «Βαρέθηκα να τον περιμένω, φεύγω…» και έφυγε αφήνοντας  στο τυπογραφείο τους χωροφύλακες να περιμένουν… Μεταμφιεσμένος δραπέτευσε με εμπορικό πλοίο στην Αθήνα, όπου εξέδωσε τον “Ραμπαγά” και το 1881 το “Μη χάνεσαι”, πρόδρομο της “Ακροπόλεως”.

Σε μια εποχή που οι εφημερίδες ήταν όργανα των πολιτικών, ο Γαβριηλίδης συνέλαβε την ιδέα  της ανεξάρτητης εφημερίδας, έπαλξη προόδου, υπερασπιστή των λαϊκών και των εθνικών συμφερόντων, σπάζοντας το κατεστημένο. Στόχος της να ρίχνει άπλετο φώς στα σκοτάδια όπου κρύβονται η σήψη, η παρακμή και ο σκοταδισμός.

Η πέννα του δεν χαριζόταν σε κανένα. Κατηγόρησε το 1894 λίγο πριν το “μαύρο ‘97” τους αξιωματικούς για «μαμοθρεπτισμό» που αρέσκοντο στις χοροεσπερίδες με τις μεγάλες στολές, να αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι τους στρατώνες και να παραμελούν τα καθήκοντά τους. Ζητούσε την κατάργηση Στρατού και Στόλου αφού τα εκατομμύρια που ξοδεύονταν γι αυτούς πήγαιναν χαμένα.

Aξιωματικοί

Την επομένη, 86 αξιωματικοί της Φρουράς Αθηνών για να τον …συνετίσουν, με τσεκούρια και ντουφέκια, κατέστρεψαν τα γραφεία της «Ακροπόλεως», ακόμα και τα κρεβατάκια των παιδιών του, αφού μέσα εκεί ήταν και το σπίτι του… Αλλά ο Γαβριηλίδης δεν επτοείτο. Επανερχόταν δριμύτατος, ασκούσε αυστηρή κριτική και του κατέστρεφαν πάλι τα γραφεία, όπως είχε συμβεί με τους εξαγριωμένους φοιτητές (Ευαγγελιακά) επειδή δημοσίευσε μεταφρασμένο το Ευαγγέλιο στη Δημοτική…

Η επανάσταση του 1909 στο Γουδί, ήταν έργο δικό του, αλλά δεν δίστασε να κατηγορήσει τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο όταν είδε να ανακατεύεται στην πολιτική. «Την Επανάσταση», είχε πει«την ονειρεύτηκα λαϊκή, αντί όμως για τον λαό είδα να εξεγείρεται ο Στρατός», που τον ανάγκασε να φύγει απο την Ελλάδα…

Και όταν το 1912 απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη όλες οι εφημερίδες εξυμνούσαν το γεγονός. O Γαβριηλίδης έγραφε προφητικά: «Το τί ήταν η Θεσσαλονίκη χθες ενδιαφέρει τους ιστορικούς. Το τί θα γίνει αύριο μας ενδιαφέρει. Θα πρέπει η Θεσσαλονίκη να γίνει πρωτεύουσα της Ελλάδος !»Φαντασθείτε την τύχη της πατρίδος αν είχε γίνει πρωτεύουσα…

Δάσκαλος της δημοσιογραφίας ο ίδιος, φυτώριο δημοσιογράφων η «Ακρόπολις», προσήλκυαν τους ανήσυχους νέους που ήθελαν να σταδιοδρομήσουν στη δημοσιογραφία. O Δημοσθένης Γενοβέλης, επισκέφθηκε απρόσκλητος τον Γαβριηλίδη και του ζήτησε να προσληφθεί στην Ακρόπολη. «Πού είναι τα άρθρα, τα χρονογραφήματα σου;» τον ρώτησε. «Δεν έφερα…»απάντησε. «Δεν έφερες άρθρα; Μα εσύ παιδί μου είσαι φαινόμενον! Μπράβο σου! Στην Ακρόπολι να ξέρεις, γράφουμε λακωνικά με πολλές τελείες και λίγα κόμματα. Πήγαινε στον αρχισυντάκτη να σου δώσει δουλειά και τα ξαναλέμε».

Μια μέρα, νεαρός που εργαζόταν στην εφημερίδα, έγραψε ένα άρθρο που θεωρούσε σπουδαίο, λέγοντας στον Γαβριηλίδη να το δημοσιεύσει, «θα κάνει πάταγο». Ατάραχος ο Γαβριηλίδης έριξε μια ματιά στα χειρόγραφα και στο τέλος λέει με σοβαρό ύφος:

«Νεαρέ, εύγε δια το άρθρο σου!» Εκείνος ξεσάλωσε: «Μα σας είπα, θα κάνει πάταγο!» και ο Γαβριηλίδης έσπευσε να τον προσγειώσει:

«Κύριε …συνάδελφε, αφιππεύσατε τον ατίθασον κάλαμον, αφηνίασε!…»

Παράσημο μετά θάνατο

O Γαβριηλίδης πέθανε  το 1920 πάμπτωχος στα γραφεία της εφημερίδος στην πλατεία Κλαυθμώνος, ανάμεσα σε βιβλία και χειρόγραφα. Στον Αγιο Γεώργιο Καρύτση, εψάλη η νεκρώσιμη ακολουθία.

Εκπρόσωπος του πρωθυπουργού Βενιζέλου ακούμπησε πάνω στη σoρό του το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικος για τις υπηρεσίες που προσέφερε για το ελληνικό έθνος.  Και ο ποιητής Γ. Στρατήγης, του αφιέρωσε τούς παρακάτω στίχους:

“Πενήντα χρόνια κράτησες/ σάν δόρυ τη γραφίδα/ που όλοι δεν την αγόραζαν/ της γης οι θησαυροί/ κι’ απέθανες μόνο μ’ αυτή/ σαν ήρωας στην ασπίδα”.

(Aπό την Real News)

  • Πρωτοσέλιδο της "Aκροπόλεως" τον Iούλιο του 1885

    Πρωτοσέλιδο της «Aκροπόλεως» τον Iούλιο του 1885
  • Πρωτοσέλιδο της "Mεταρρύθμισης", μιας εφημερίδας που έγινε αφορμή να φύγει από την Kωνσταντινούπολη.

http://www.kathimerini.gr/759961/article/epikairothta/politikh/vlashs-gavrihlidhs-enas-prwtoporos

http://kefalonianmantata.gr/articles/view/2696

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

cypriota

feel more think less. great quote

Αρέσει σε %d bloggers: