Βιβλίο του Ken Robinson: Η ΑΛΛΗ ΛΟΓΙΚΗ στην Εκπαίδευση, (Ελληνική Έκδοση)

Υπάρχει συχνά η αντίληψη ότι μόνο ιδιαίτεροι άνθρωποι είναι δημιουργικοί, δηλαδή πως η δημιουργικότητα είναι ένα σπάνιο ταλέντο. Αυτή η πεποίθηση ενισχύεται από ιστορίες δημιουργικών προτύπων, όπως η Μάρθα Γκράχαμ, ο Πάμπλο Πικάσο, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν και ο Τόμας Έντισον.
Οι επιχειρήσεις διακρίνουν συνήθως το δυναμικό τους σε δύο ομάδες: τους «δημιουργικούς» και τους «κουστουμάτους». Συνήθως, καταλαβαίνεις ποιοί είναι οι δημιουργικοί επειδή δεν φοράνε κουστούμι. Φοράνε τζην και έρχονται καθυστερημένοι, επειδή πάλευαν με μια ιδέα… Δεν υπονοώ ότι οι «δημιουργικοί» δεν είναι αυτό που τους προσδίδει ο χαρακτηρισμός τους. Μπορούν και παραμπορούν να είναι δημιουργικοί, αλλά το ίδιο μπορεί να είναι και οποιοσδήποτε άλλος (των «κουστουμάτων» συμπεριλαμβανομένων), αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες. Ο καθένας διαθέτει τεράστιες δημιουργικές ικανότητες. Μια κουλτούρα δημιουργικότητας πρέπει να περιλαμβάνει τους πάντες, όχι μόνο κάποιους λίγους.
Υπάρχει συχνά η αντίληψη πως η δημιουργικότητα αφορά σε κάποιες ιδιαίτερες δραστηριότητες, όπως οι τέχνες, η διαφήμιση, το ντιζάιν ή το μάρκετινγκ. Όλοι αυτοί οι τομείς μπορούν να είναι δημιουργικοί· αλλά και οτιδήποτε άλλο μπορεί, όπως π.χ. οι φυσικές επιστήμες, τα μαθηματικά, η διδασκαλία, η δουλειά με ανθρώπους, η ιατρική, η προπόνηση μιας αθλητικής ομάδας ή η διεύθυνση ενός εστιατορίου. Κάποιες φορές, τα σχολεία έχουν τμήματα «δημιουργικών τεχνών». Είμαι ανυποχώρητα υπέρμαχος της αναβάθμισης των τεχνών στα σχολεία, αλλά η δημιουργικότητα δεν περιορίζεται στις τέχνες. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να διδάσκονται οι τέχνες στα σχολεία, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου τους στην προαγωγή της δημιουργικότητας· και υπάρχουν και άλλοι λόγοι που είναι εξίσου συναρπαστικοί. Ταυτόχρονα όμως, και οι άλλοι τομείς, όπως οι φυσικές επιστήμες και τα μαθηματικά, μπορούν να είναι εξίσου δημιουργικοί με τη μουσική και τον χορό. Η δημιουργικότητα είναι εφικτή οποτεδήποτε κάνουμε χρήση της νοημοσύνης μας.
Και στις επιχειρήσεις, διαφορετικές εταιρείες είναι δημιουργικές σε διαφορετικούς τομείς. Η Apple για παράδειγμα είναι παγκοσμίως γνωστή για την αποτελεσματικότητά της στη δημιουργία νέων προϊόντων. Άλλες εταιρείες, όπως η Wal-Mart, δεν έχουν δημιουργήσει ούτε ένα προϊόν – ο δικός τους τομέας καινοτομίας είναι τα συστήματα, όπως η διαχείριση εφοδιαστικής αλυσίδας και η τιμολόγηση. Η αλυσίδα Starbucks είναι δημιουργική στην παροχή υπηρεσιών. Δεν ανακάλυψαν τον καφέ· δημιούργησαν έναν ιδιαίτερο τύπο κουλτούρας γύρω από τον καφέ. Κατ’ ουσίαν, ανακάλυψαν το «5δόλαρο φλυτζάνι του καφέ», πράγμα που ήταν ριζοσπαστικό, νομίζω. Μια καινοτομία σε οποιοδήποτε τομέα μιας οργανωτικής δομής, μπορεί να της αλλάξει ολότελα την πορεία.

Καθώς η τεχνολογική και οικονομική επανάσταση κερδίζει έδαφος, τα εκπαιδευτικά συστήματα σ’ ολόκληρο τον κόσμο μεταρρυθμίζονται. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις σχεδόν πάντοτε εστιάζουν στη «βελτίωση» των υπαρχόντων συστημάτων. Οι περισσότερες χώρες θέτουν σε εφαρμογή μια διπλή στρατηγική. Η πρώτη είναι να αυξήσουν την πρόσβαση στην εκπαίδευση – ιδιαίτερα τον αριθμό των ανθρώπων που φοιτούν στο Πανεπιστήμιο. Η ζήτηση εκπαιδευτικών προσόντων αυξάνεται κάθε χρόνο – η κατάρτιση και η εκπαίδευση είναι σήμερα ανάμεσα στους μεγαλύτερους επιχειρηματικούς τομείς της υφηλίου.

Η δεύτερη στρατηγική είναι η αναβάθμιση των προτύπων. Τα εκπαιδευτικά πρότυπα πρέπει να είναι ψηλά κι είναι προφανώς καλή ιδέα η αναβάθμισή τους. Δεν υπάρχει και κανένα πλεονέκτημα στην υποβάθμισή τους. Αλλά πρότυπα ποίου πράγματος; Το να εκπαιδεύουμε περισσότερους ανθρώπους και με σαφώς αναβαθμισμένα πρότυπα είναι ζωτικής σημασίας. Αλλά είμαστε επίσης υποχρεωμένοι να τους εκπαιδεύουμε διαφορετικά.
Η εκπαίδευση δεν είναι μια αμερόληπτη διαδικασία ανάπτυξης των φυσικών ικανοτήτων των ανθρώπων, κι ούτε ποτέ ήταν. Τα συστήματα της μαζικής εκπαίδευσης χτίστηκαν πάνω σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος είναι οικονομικός:  διαμορφώθηκαν από συγκεκριμένες προϋποθέσεις των αγορών εργασίας, πολλές από τις οποίες είναι σήμερα απελπιστικά παρωχημένες. Ο δεύτερος είναι διανοητικός: διαμορφώθηκαν συνάμα και από κάποιες συγκεκριμένες ιδέες γύρω από την ακαδημαϊκή νοημοσύνη, οι οποίες υποτιμούν άλλες ικανότητες, εξίσου σημαντικές, ιδιαίτερα για τη δημιουργικότητα και την καινοτομία. Ίσως ο πιο ισχυρός δείκτης της ανάγκης για μεταμόρφωση να είναι το φαινόμενο του ακαδημαϊκού πληθωρισμού.
Μπήκα στο πανεπιστήμιο το 1968 και βγήκα το 1972. Τότε δεν έδειχνα όπως δείχνω τώρα. Δεν είχα το αβρό, σοφιστικέ παρουσιαστικό που μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα μου. Ήμουν βαθιά χωμένος στη βαριά ροκ μουσική των Led Zeppelin και, τουλάχιστον εμφανισιακά, ξεσήκωνα τα σουσούμια του τραγουδιστή τους, Robert Plant. Είχα μαλλιά μέχρι τους ώμους, φορούσα τζην και σκισμένα αμπέχονα, και άρεσα επικίνδυνα στις γυναίκες – ή τουλάχιστον αυτή ήταν η δική μου εντύπωση.
Ήμουν 22 χρονών και ζύγιαζα τις επιλογές μου. Μήπως να έπιανα δουλειά; Όχι ακόμα, πίστευα. Δεν υπήρχε βιασύνη. Εκείνο τον καιρό, οι απόφοιτοι του πανεπιστημίου είχαν εμφανώς εξασφαλισμένη μια αξιοπρεπή εργασιακή θέση και δεν είχε πολλή σημασία τι είχαν σπουδάσει. Μπορεί να είχαν σπουδάσει Αρχαία Νορβηγικά (και συχνά αυτό είχαν σπουδάσει)· εντούτοις οι εργοδότες λύσσαγαν γι’ αυτούς. «Μιλάς τη γλώσσα των Βίκινγκς;», έλεγαν, «Τέλεια, έλα να διευθύνεις το εργοστάσιό μας: το μυαλό σου προφανώς είναι καλά ακονισμένο».
Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, ένα πτυχίο πανεπιστημίου αποτελούσε διαβατήριο για την εργασία. Αν τα πήγαινες καλά στο σχολείο εκείνο τον καιρό και ειδικότερα αν πήγαινες στο πανεπιστήμιο, ήταν βέβαιο ότι θα έβρισκες μια εξασφαλισμένη θέση. Αν είχες πτυχίο, αλλά όχι δουλειά, τότε μάλλον εσύ το είχες επιλέξει να μην έχεις δουλειά. Κι εγώ δεν ήθελα δουλειά. Ήθελα «να βρω τον εαυτό μου». Μπορούσες να κάνεις κάτι τέτοιο τη δεκαετία του ’70. Αποφάσισα λοιπόν να πάω στην Ινδία, όπου ήλπιζα να… με συναντήσω. Τελικά δεν πήγα, όπως συμβαίνει συχνά· πήγα στο Λονδίνο (όπου, για να είμαι δίκαιος, υπάρχουν πολλά ινδικά εστιατόρια…). Ήξερα ωστόσο ότι όποτε ήθελα να πιάσω δουλειά, θα μπορούσα άνετα να βρω, και όντως σύντομα βρήκα.
Το 1950, οι σπουδαστές με καλά εκπαιδευτικά προσόντα περίμεναν μια ζωή σταθερής εργασιακής απασχόλησης, παραμένοντας ίσως στην ίδια εταιρεία μέχρι τη συνταξιοδότησή τους. Αυτό πλέον είναι απίθανο. Ακόμα και σήμερα βέβαια είναι καλύτερο να διαθέτεις ένα πτυχίο απ’ ό,τι να μη διαθέτεις, αλλά κάτι τέτοιο θα σε βοηθήσει να ξεκινήσεις στην αγορά εργασίας – δεν σου προσφέρει ασφάλεια, απ’ τη στιγμή που θα έχεις μπει στην αγορά. Οι απόφοιτοι που βρίσκουν δουλειά το 2012 δεν περιμένουν ότι θα είναι στην ίδια εταιρεία το 2050, ή ότι η ίδια η εταιρεία θα υπάρχει μέχρι τότε. Θα αλλάξουν μάλλον όχι μόνο θέσεις αλλά και εργασιακούς τομείς, αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους ζωής.
Υπάρχουν πολλοί καλοί λόγοι για να αποκτήσει κανείς ακαδημαϊκή μόρφωση. Η διαδικασία θα πρέπει από μόνη της να αξίζει τον κόπο, και πράγματι τα καλύτερα ακαδημαϊκά προγράμματα τον αξίζουν. Αλλά η ακαδημαϊκή μόρφωση είναι επίσης και ένα είδος νομίσματος: έχει μια συναλλακτική αξία στην αγορά εργασίας ή στην ακόμα υψηλότερη εκπαίδευση. Η αξία του, όπως και η αξία όλων των νομισμάτων, μπορεί να ανέβει ή να κατέβει, ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και με τη ρευστότητα που υπάρχει σ’ αυτό το νόμισμα. Τα πανεπιστημιακά πτυχία είχαν κάποτε υψηλή αξία στην αγορά, επειδή ήταν σχετικώς λίγοι εκείνοι που τα διέθεταν. Η διόγκωση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τη διεύρυνση της επαγγελματικής και διοικητικής εργασιακής απασχόλησης σημαίνει ότι πρωτοφανής αριθμός ανθρώπων φοιτούν τώρα στο πανεπιστήμιο. Το 1970, την εποχή των παλαιών εκβιομηχανισμένων οικονομιών περίπου 1 στους 20 πήγαινε στο πανεπιστήμιο. Η σημερινή αναλογία είναι ένας στους τρεις και θα φτάσει ένας στους δύο.
Σύμφωνα με την UNESCO, ο αριθμός των ανθρώπων που θα αποκτήσουν επίσημα εκπαιδευτικά προσόντα μέσα στα επόμενα 30 χρόνια, θα ξεπεράσει το άθροισμα των πεπαιδευμένων απ’ αρχής της ιστορίας. Κατά συνέπεια, η αγοραστική αξία των πτυχίων κατρακυλά. Απαιτείται πλέον κάτι περισσότερο για να ξεπεράσει κανείς το πλήθος. Οι θέσεις που απαιτούσαν κάποτε απλά ένα πτυχίο, απαιτούν σήμερα μεταπτυχιακό δίπλωμα ή ακόμα και διδακτορικό.
Πριν κάποια χρόνια, βρέθηκα σε μια επιτροπή που έβλεπε υποψηφίους για θέση διδάσκοντος καθηγητού σε κάποιο πανεπιστήμιο. Ρώτησα τον πρόεδρο της επιτροπής, τι ήταν αυτό που αναζητούσαμε στους υποψηφίους. Μου ανέφερε τις διάφορες ιδιότητες και προσόντα, που θεωρούνταν ουσιώδη για τη δουλειά και κατόπιν είπε, «Νομίζω ότι ψάχνουμε επίσης και για κάποιον με ένα καλό διδακτορικό». «Σε αντίθεση με τι;», ρώτησα, «Με ένα απαίσιο διδακτορικό;». Αυτό που εννοούσε είναι ότι θέλαμε κάποιον με διδακτορικό από ένα πανεπιστήμιο της πρώτης σειράς. Υπήρχε εποχή που αν είχες διδακτορικό, ανήκες σε μια πολύ μικρή πληθυσμιακή ομάδα.
 
Όλοι οι διδάκτορες αντιμετωπίζονταν με ευλάβεια. Οι μεταπτυχιακοί φυλάσσονταν σε ξεχωριστό δωμάτιο και τους τάιζαν παντεσπάνι! Τα παιδιά τα μεγάλωναν μαθαίνοντάς τα να σε κοιτάζουν με θαυμασμό, και λέγοντάς τους πως αυτό είναι που πρόκειται να πάθουν αν αρχίσουν να ξεπορτίζουν λιγότερο… Και τώρα γινόμαστε εκλεκτικοί. Θέλουμε οι υποψήφιοι να έχουν καλό διδακτορικό. Ποιο θα είναι το επόμενο στάδιο; Το Νόμπελ; Θα φτάσουμε άραγε στο τέλος να βλέπουμε δαφνοστεφείς Νομπελίστες να θέτουν υποψηφιότητα για υπαλληλικές θέσεις και τελικά να εισπράττουν την απάντηση: «ΟΚ, έχετε Νόμπελ, τι ωραία! Ξέρετε καθόλου από Excel; Χρειαζόμαστε κάποιον να βάλει μια τάξη στην κατάσταση μισθοδοσίας»;
Σήμερα πιστεύουμε ότι διευρύνοντας την εκπαίδευση και αναβαθμίζοντας τα εκπαιδευτικά πρότυπα, θα πάνε όλα καλά. Νομίζουμε ότι στο τέλος, αν όλοι έχουν από ένα διδακτορικό, θα έχουν άπαντες μερίδιο στην εργασία. Δεν θα έχουν όμως. Οι αγορές θα αναδιπλωθούν, καθώς η αξία του νομίσματος θα πέφτει και οι εργοδότες θα αναζητούν κάτι άλλο. Ήδη το κάνουν. Το ζήτημα δεν είναι ότι υποβαθμίζονται τα ακαδημαϊκά μας πρότυπα. Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι τα ίδια τα θεμέλια, πάνω στα οποία έχουν χτιστεί τα υπάρχοντα εκπαιδευτικά συστήματα, μετακινούνται κάτω από τα πόδια μας.

Τα συστήματα εκπαίδευσης λειτουργούν επίσης με βάση την κατασκευαστική αρχή της γραμμικότητας, γι’ αυτό και υπάρχουν διακριτά διαδοχικά στάδια προόδου. Κάθε στάδιο υποτίθεται ότι χτίζει λογικά πάνω στο προηγούμενό του, και τα συνολικά εξαγόμενα αποτελέσματα μπορούν να προβλεφθούν με λογική αξιοπιστία. Η κεντρική ιδέα είναι ότι αν οι σπουδαστές προχωρήσουν προοδευτικά πάνω στον θεσπισμένο δρόμο του συστήματος, και ειδικά αν ολοκληρώσουν το πανεπιστήμιο, θα βρεθούν στο απώτατο τέρμα εκπαιδευμένοι και προετοιμασμένοι για οτιδήποτε τους φέρει ενώπιόν τους ο κόσμος.

Τον καιρό που είχα πρωτομετακομίσει στο Λος Άντζελες, είδα ένα εξώφθαλμο παράδειγμα της αρχής της γραμμικότητας, σε ένα κείμενο για την εκπαίδευση που είχε τεθεί προς συζήτηση και είχε τον τίτλο: «Το πανεπιστήμιο ξεκινά στο νηπιαγωγείο». Υπάρχουν πολλά να πει κανείς όσον αφορά στο ζήτημα της γραμμικότητας, αλλά επιτρέψτε μου εδώ να πω απλά ότι το πανεπιστήμιο δεν ξεκινά στο νηπιαγωγείο. Στο νηπιαγωγείο ξεκινά μόνο το νηπιαγωγείο. Ο διευθυντής της παιδικής θεατρικής σκηνής The Ark του Δουβλίνου έκανε κάποτε ένα εξαίσιο σχόλιο πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. «Ένα τρίχρονο», είπε, «δεν είναι μισό εξάχρονο – ούτε ένα εξάχρονο ισούται με μισό δωδεκάχρονο». Τα τρίχρονα είναι τριών ετών. Η ψύχωση της εισόδου στο πανεπιστήμιο ασκεί πλέον πιέσεις μέσα από το σύστημα, προκειμένου να διαστρεβλωθεί ακόμα και η εκπαίδευση των προσχολικών ηλικιών. Σε κάποια αστικά κέντρα, ο συναγωνισμός για μια θέση στα «σωστά» νηπιαγωγεία είναι τόσο έντονος, που τα παιδιά περνάνε από συνέντευξη… Για το νηπιαγωγείο! Δηλαδή, τι ακριβώς αναζητάνε οι αρμόδιοι σε τέτοιου είδους συνεντεύξεις; Τεκμήρια παιδικότητας;
Μέρος αυτής της αρχής της γραμμικότητας είναι και η ιδέα πως η εκπαίδευση είναι βασικά μια προετοιμασία για κάτι που πρόκειται να γίνει αργότερα. Αυτός είναι και ο λόγος που η εκπαίδευση είναι ακόμα κατά βάση εστιασμένη στα παιδιά και τους νέους ανθρώπους. Αυτό το σύστημα αποκαλείται ενίοτε προ-συσσωρευτικό μοντέλο εκπαίδευσης: συσσωρεύεις τους εκπαιδευτικούς σου πόρους στην αρχή της ζωής σου και στη συνέχεια, τους ξοδεύεις λίγο-λίγο, καθώς μεγαλώνεις. Έχω ακούσει πως το αποκαλούν και μοντέλο-ρεζερβουάρ: στα νιάτα σου φουλάρεις το ρεζερβουάρ των εκπαιδευτικών καυσίμων σου με ποσότητα, που υποτίθεται ότι θα σου φτάσει για το ταξίδι της υπόλοιπης ζωής σου. Στην πράξη βέβαια, οι περισσότεροι άνθρωποι αφήνουν το σχολείο πίσω τους με μισογεμισμένο ρεζερβουάρ – έχουν πάρει μια απλώς βασική ποσότητα και αν στον δρόμο ξεμείνουν, είναι πολύ λίγα τα διαθέσιμα βενζινάδικα…

Κατά την περίφημη έκφραση του Σωκράτη, «Η εκπαίδευση είναι το προσάναμμα μιας φλόγας, όχι το γέμισμα ενός αγγείου». Κάθε μαθητής έχει διαφορετικά ενδιαφέροντα και μαθησιακό στυλ. Το τι και το πώς διδάσκονται οι μαθητές θα πρέπει να κινητοποιεί τις δυνάμεις τους, τη φαντασία τους και τον διαφορετικό τους μαθησιακό τρόπο. Κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί να μάθει παρά τη θέλησή του. Η μάθηση είναι προσωπική επιλογή. Bέβαια, υπό συνθήκες καταναγκασμού και ποινών, ακόμα και ο πιο απρόθυμος μαθητής θα παπαγαλίσει με μισή καρδιά κάποιες ιδέες, προκειμένου να αποφύγει δυσάρεστες συνέπειες. Όμως το πνεύμα της δημοκρατικής εκπαίδευσης απαιτεί οι μαθητές να μαθαίνουν εκούσια.

Υπάρχουν πολλά προγράμματα, που ενθαρρύνουν όσους μαθητές εγκαταλείπουν το λύκειο ή το πανεπιστήμιο, να ξανασχοληθούν με την εκπαίδευση. Τα προγράμματα αυτά, στην πλειονότητά τους, βασίζονται στην προσωπική προσοχή και τον εξατομικευμένο τρόπο εκμάθησης. Αν η δημόσια εκπαίδευση ήταν εξατομικευμένη, πολύ λιγότεροι μαθητές θα την εγκατέλειπαν. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η εξατομικευμένη εκπαίδευση για κάθε μαθητή είναι μια χίμαιρα: θα ήταν πολύ κοστοβόρα και οι δάσκαλοι πολύ απλά δεν θα μπορούσαν να αφιερώσουν σε κάθε μαθητή τον απαραίτητο χρόνο και προσοχή. Δύο είναι οι απαντήσεις σ’ αυτό το επιχείρημα.
Η πρώτη είναι ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία άλλη εναλλακτική διέξοδος. Η εκπαίδευση ή είναι προσωπική ή δεν είναι τίποτα. Η εξατομικευμένη μάθηση είναι επένδυση, όχι κόστος. Δεν μπορώ να φανταστώ πως υπάρχουν πολλοί μαθητές που σηκώνονται από το κρεβάτι τους το πρωί, αναζητώντας τι μπορούν να κάνουν για να αναβαθμίσουν τα αναγνωστικά στάνταρ της περιοχής τους. Ο μόνος τρόπος για να αναβαθμίσεις συνολικά τα στάνταρ είναι να κινητοποιήσεις τις δυνάμεις και τη φαντασία κάθε μαθητή του συστήματος. Και ήδη γνωρίζουμε το πελώριο κόστος που προκαλεί η μη εφαρμογή αυτής της πρότασης.
Η δεύτερη απάντηση είναι ότι η εξατομικευμένη μάθηση είναι εφικτή για κάθε μαθητή. Ένας από τους τρόπους που μπορεί να γίνει αυτό είναι μέσα από τη δημιουργική χρήση των νέων τεχνολογιών. Η τεχνολογία της πληροφορίας είναι μία από τις δυνάμεις που ανοίγουν τον δρόμο των οικονομικών και πολιτιστικών επαναστάσεων, και μία από τις αιτίες που το βιομηχανικό μοντέλο της εκπαίδευσης καθίσταται απαρχαιωμένο. Κάποια από τα πιο ισχυρά εργαλεία που επινοήθηκαν ποτέ για την προώθηση της δημιουργικότητας, της επικοινωνίας και της συνεργασίας, προσφέρουν σήμερα πρωτοφανείς ευκαιρίες για εξατομικευμένη εκπαίδευση: μπορούν να θρέψουν τα ενδιαφέροντα, τις ικανότητες και το μαθησιακό στυλ κάθε μαθητή. Κάποιες χώρες και κράτη χρησιμοποιούν ήδη τεχνολογίες βασισμένες στο διαδίκτυο, προκειμένου να συνδέσουν μαθητές και δασκάλους σε εξατομικευμένα μαθησιακά προγράμματα διαφόρων ειδών. Ανάμεσα σ’ αυτές είναι η Σουηδία, η Νέα Ζηλανδία, η Σιγκαπούρη, η Αγγλία και κάποια τμήματα των ΗΠΑ.
Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

cypriota

feel more think less. great quote